Εμβολιασμοί: 107 αναφορές για ανεπιθύμητες ενέργειες – Οι 8 ήταν σοβαρές
Μιλώντας στη δημοσιογραφική διάσκεψη, η Αναπληρώτρια Διευθύντρια Φαρμακευτικών Υπηρεσίων, Έλενα Παναγιωτοπούλου, τόνισε ότι υπήρξαν συνολικά, 107 αναφορές για εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες εκ των οποίων οι 8 ήταν σοβαρές και οι 99 ήταν ήπιες/μέτριες.
Συγκεκριμένα, είπε οι 66 αναφορές προέρχονται μετά από εμβολιασμό με το εμβόλιο της Pfizer, οι 40 από εμβολιασμό με AstraZeneca και μία από εμβολιασμό με Moderna.
Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι 82.623 άτομα έχουν εμβολιαστεί με εμβόλιο της Pfizer, 40.771 με AstraZeneca και 4.389 με Moderna.
Σε σχέση με τον τρόπο που γίνεται η αναφορά των ανεπιθύμητων ενεργειών μετά τον εμβολιασμό, η Αναπληρώτρια Διευθύντρια των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών, Έλενα Παναγιωτοπούλου, εξήγησε ότι «όταν εγκριθεί το φάρμακο μετά έχουμε τα πραγματικά γεγονότα, δηλαδή το φάρμακο βγαίνει στην αγορά, αλλά εξακολουθεί να παρακολουθείται».
«Εδώ έχουμε την φαρμακοεπαργύπνηση και είναι περί αυτού που έχουμε την παρακολούθηση των ανεπιθύμητων ενεργειών. Ο στόχος είναι η διασφάλιση της Δημόσιας Υγείας, η διασφάλιση του δικαιώματος των πολιτών σε ασφαλή και αποτελεσματικά φάρμακα, ο εμπλουτισμός της γνώσης των ανεπιθύμητων ενεργειών γιατί εφόσον στις κλινικές δοκιμές είχαμε εθελοντές, οι οποίοι ήταν υγιείς, δεν μπορούμε να βάλουμε ασθενείς που ήταν στις ευάλωτες ομάδες. Άρα τα πραγματικά δεδομένα είναι μετά την έγκριση του φαρμάκου που βλέπουμε ποιες είναι αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες», είπε.
Επίσης, είπε πως παρακολουθείται η σχέση κινδύνου και οφέλους, το οποίο πρέπει πάντα να υπερτερεί, για να προσθέσει ότι στην περίπτωση που ο κίνδυνος υπερτερεί, τότε το φάρμακο σταματά να χορηγείται.
Συνέχισε λέγοντας ότι «η αξιοποίηση των ανεπιθύμητων ενεργειών στηρίζεται στην εγκυρότητα των αναφορών», σημειώνοντας πως «στην Κύπρο και γενικά στην Ευρώπη, τα συστήματα φαρμακοεπαγρύπνησης είναι θεσμοθετημένα με βάσει των νομοθεσιών, οι οποίες είναι πλήρως εναρμονισμένες με το ευρωπαϊκό κεκτημένο».
«Ο Τομέας Φαρμακοεπαγρύπνησης των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνων κάθε μήνα. Οι πληροφορίες ανεπιθύμητων ενεργειών προέρχονται είτε από τους επαγγελματίες υγείας είτε από πολίτες», σημείωσε.










