Μεγάλη Τρίτη: Το τροπάριο της Κασσιανής -Ποια ήταν «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή»
Η Μεγάλη Τρίτη είναι αφιερωμένη στην προνοητικότητα και την πνευματική εγρήγορση, μέσα από την παραβολή των δέκα παρθένων και το ιδιαίτερης ποιητικής ομορφιάς τροπάριο της Κασσιανής.
Στο πλαίσιο της Μεγάλης Εβδομάδας, τελείται η Ακολουθία του Νυμφίου, ενώ η Εκκλησία φέρνει στο προσκήνιο τόσο την παραβολή των δέκα παρθένων όσο και εκείνη των ταλάντων, οι οποίες αναδεικνύουν τη σημασία της ετοιμότητας και της εργατικότητας.
Σύμφωνα με την παραβολή, πέντε φρόνιμες και πέντε μωρές παρθένες αναμένουν τον Νυμφίο. Οι πρώτες έχουν φροντίσει να έχουν μαζί τους λάδι για τα λυχνάρια τους, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες, οι οποίες, λόγω καθυστέρησης, αποκοιμιούνται και τελικά μένουν εκτός, όταν ακούγεται το «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται».
Η συνάντηση του Ιησού με τους Έλληνες
Παράλληλα, στο Ευαγγέλιο της ημέρας (Κατά Ιωάννην), γίνεται αναφορά στην παρουσία Ελλήνων που ζητούν να δουν τον Ιησού, με τον ίδιο να δηλώνει πως «ήλθε η ώρα να δοξαστεί ο Υιός του Ανθρώπου», ενώ οι Φαρισαίοι συνεχίζουν να επιδιώκουν τη σύλληψή του.
Το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης ψάλλεται ο όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης, με κεντρικό σημείο τη μετάνοια της αμαρτωλής γυναίκας που άλειψε τα πόδια του Χριστού, γεγονός που συνδέεται με το περίφημο τροπάριο της Κασσιανής, ένα από τα πιο γνωστά και αγαπητά της εκκλησιαστικής υμνολογίας.
Η Κασσιανή, βυζαντινή ποιήτρια του 9ου αιώνα, αφιερώθηκε στη μοναχική ζωή και τη συγγραφή ύμνων. Σύμφωνα με την παράδοση, υπήρξε υποψήφια για σύζυγος του αυτοκράτορα Θεόφιλου, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της, αλλά τελικά επέλεξε άλλη, μετά από έναν διάλογο που ανέδειξε την ευφυΐα της. Όταν εκείνος υποστήριξε ότι «από τη γυναίκα προήλθαν τα κακά», εκείνη απάντησε ότι «από τη γυναίκα προήλθαν και τα καλύτερα», αναφερόμενη στην Παναγία.
Έτσι, η Μεγάλη Τρίτη συνδυάζει βαθιά θεολογικά μηνύματα με σημαντικά στοιχεία της εκκλησιαστικής παράδοσης και υμνογραφίας.
Το Τροπάριο της Κασσιανής
Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;










