Home ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΚΥΠΡΟΣ Εφετείο: Γιατρός χρέωσε €1.500 βαλβίδα σε ασθενή- Του παρέδωσαν τα χρήματα σε πάρκινγκ
Εφετείο: Γιατρός χρέωσε €1.500 βαλβίδα σε ασθενή- Του παρέδωσαν τα χρήματα σε πάρκινγκ

Εφετείο: Γιατρός χρέωσε €1.500 βαλβίδα σε ασθενή- Του παρέδωσαν τα χρήματα σε πάρκινγκ

Στο επίκεντρο της απόφασης του Εφετείου βρέθηκε η πώληση ιατρικού αναλώσιμου – συγκεκριμένα βαλβίδας – από γιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, το οποίο, σύμφωνα με τη μαρτυρία, παρεχόταν δωρεάν.

Παρά ταύτα, ο κατηγορούμενος ιατρός φέρεται να απαίτησε και να έλαβε το ποσό των 1.500 ευρώ από συγγενείς ασθενούς, στην οποία επρόκειτο να διενεργήσει χειρουργική επέμβαση.

Στο κατηγορητήριο συμπεριλήφθηκε και δεύτερο πρόσωπο – η σύζυγός του – η οποία κατηγορήθηκε ως συνεργός, καθώς και για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η εμπλοκή της σχετιζόταν με τη διαχείριση της συναλλαγής και την παραλαβή των χρημάτων υπό συνθήκες που, όπως καταγράφηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν παρέπεμπαν σε νόμιμη εμπορική πράξη.

Η υπόθεση έφτασε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο, μετά από ακροαματική διαδικασία, έκρινε ένοχους τους κατηγορουμένους. Ο ιατρός καταδικάστηκε για κατάχρηση εξουσίας και εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, ενώ η σύζυγός του για συνέργεια και νομιμοποίηση εσόδων.

Καθοριστικής σημασίας για την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπήρξαν τα πραγματικά περιστατικά της συναλλαγής. Σύμφωνα με τη μαρτυρία, η παράδοση των χρημάτων έγινε σε χώρο στάθμευσης, χωρίς έκδοση απόδειξης, με μετρητά και υπό συνθήκες μυστικότητας. Το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στον τρόπο αυτό, θεωρώντας ότι δεν συνάδει με νόμιμη ιατρική πρακτική αλλά υποδηλώνει γνώση παρανομίας.

Στο πλαίσιο της υπεράσπισης, ο ιατρός προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η αγορά της βαλβίδας εξυπηρετούσε ιατρική ανάγκη: επρόκειτο, κατά τον ίδιο, για εφεδρικό υλικό σε περίπτωση απροόπτου κατά τη διάρκεια της επέμβασης. Ωστόσο, το Δικαστήριο απέρριψε τη θέση αυτή ως μη πειστική, επισημαίνοντας ότι δεν υπήρχε καμία μαρτυρία ότι τέτοια δεύτερη βαλβίδα υπήρχε ή ότι είχε γνωστοποιηθεί σε άλλους ιατρούς ή στο προσωπικό του χειρουργείου.

Παράλληλα, η σύζυγος του κατηγορουμένου υποστήριξε ότι η πράξη της αποτελούσε νόμιμη συναλλαγή και ότι δεν γνώριζε οποιαδήποτε παρανομία. Το Δικαστήριο, ωστόσο, έκρινε ότι οι περιστάσεις – μυστικότητα, απουσία τιμολογίων και τρόπος πληρωμής – οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι γνώριζε πλήρως τη φύση της πράξης και συμμετείχε συνειδητά σε αυτήν.

Η υπόθεση απέκτησε περαιτέρω διάσταση όταν προέκυψε το ζήτημα της έναρξης της ποινικής διαδικασίας. Η αρχική αφορμή φαίνεται να ήταν επικοινωνία συγγενών της ασθενούς με το Υπουργείο Υγείας, ζητώντας διευκρινίσεις για το κατά πόσο έπρεπε να καταβληθεί τέτοιο ποσό. Ακολούθησε διοικητική διερεύνηση και αποστολή στοιχείων στην αστυνομία, γεγονός που οδήγησε στην ποινική δίωξη.

Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος προέβαλε σοβαρό ισχυρισμό περί στοχοποίησής του. Υποστήριξε ότι η δίωξή του συνδεόταν με προηγούμενη καταγγελία που είχε υποβάλει για διασπάθιση δημόσιου χρήματος στον τομέα της υγείας. Ωστόσο, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε βαρύτητα στον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας ότι δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς ούτε συνδέθηκε με τη μαρτυρία της υπόθεσης.

Μετά την καταδίκη, οι κατηγορούμενοι προσέφυγαν στο Εφετείο με τρεις ξεχωριστές εφέσεις: ο ιατρός κατά της καταδίκης και της ποινής, και η σύζυγός του κατά της καταδίκης της. Κατά την εκδίκαση των εφέσεων, εμφανίστηκαν χωρίς δικηγόρο και έθεσαν στο επίκεντρο όχι μόνο τα πραγματικά ευρήματα, αλλά κυρίως ζητήματα δίκαιης δίκης.

Συγκεκριμένα, υποστήριξαν ότι η διαδικασία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου παραβίασε θεμελιώδη δικαιώματά τους, όπως το δικαίωμα σε αμερόληπτο δικαστήριο, το τεκμήριο της αθωότητας και το δικαίωμα επαρκούς προετοιμασίας της υπεράσπισης. Οι ισχυρισμοί αυτοί αποτέλεσαν τον πυρήνα της εκδίκασης στο Εφετείο και καθόρισαν την πορεία της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό.

Η έφεση

Η εκδίκαση των εφέσεων ενώπιον του Εφετείου ανέδειξε μια σαφή μετατόπιση του κέντρου βάρους της υπόθεσης: από τα πραγματικά περιστατικά της πώλησης του ιατρικού αναλώσιμου, στη θεμελιώδη αρχή της δίκαιης δίκης. Οι εφεσείοντες δεν περιορίστηκαν σε αμφισβήτηση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αλλά επιχείρησαν να ακυρώσουν την καταδίκη τους προβάλλοντας ότι η ίδια η διαδικασία υπήρξε ελαττωματική.

Κεντρικός άξονας των ισχυρισμών τους υπήρξε η alleged έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι εφεσείοντες επικαλέστηκαν, μεταξύ άλλων, το ύφος και τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε στην απόφαση, ιδίως τους παραλληλισμούς της συμπεριφοράς της εφεσείουσας με πρακτικές «διακίνησης ναρκωτικών». Κατά την άποψή τους, τέτοιες εκφράσεις υπερέβαιναν τα όρια της δικαστικής κρίσης και συνιστούσαν ένδειξη προκατάληψης.

Το Εφετείο, εξετάζοντας το ζήτημα υπό το πρίσμα της νομολογίας τόσο των κυπριακών δικαστηρίων όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προχώρησε σε μια λεπτή διάκριση. Αναγνώρισε ότι το λεκτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν «ατυχές» και «κατακριτέο», ωστόσο έκρινε ότι δεν επηρέασε την ουσία της κρίσης. Σύμφωνα με την ανάλυση του Εφετείου, οι επίμαχες εκφράσεις δεν αποτέλεσαν ένδειξη προκατάληψης, αλλά χρησιμοποιήθηκαν – έστω και υπερβολικά – για να αιτιολογήσουν το συμπέρασμα περί ύπαρξης ένοχης διάνοιας (mens rea).

Η προσέγγιση αυτή υπήρξε καθοριστική. Το Εφετείο τόνισε ότι το κρίσιμο δεν είναι αν η γλώσσα είναι αυστηρή ή ακόμη και υπερβολική, αλλά αν, αντικειμενικά, δημιουργεί σε έναν «δίκαια σκεπτόμενο και πληροφορημένο παρατηρητή» την εντύπωση ότι το Δικαστήριο δεν ήταν αμερόληπτο. Στην προκειμένη περίπτωση, έκρινε ότι τέτοια εντύπωση δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί.

Παράλληλα, απορρίφθηκαν και οι αιτιάσεις περί παραβίασης του τεκμηρίου της αθωότητας. Το Εφετείο έκρινε ότι τα σχόλια του πρωτόδικου Δικαστηρίου εντάσσονταν στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας και όχι σε προδικαστική κρίση περί ενοχής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εξέταση των ισχυρισμών περί σχέσεων εξάρτησης του Δικαστή. Οι εφεσείοντες υποστήριξαν ότι υπήρχαν δεσμοί μεταξύ του Δικαστή και προσώπων που σχετίζονταν είτε με τη δίωξη είτε με τη μαρτυρία. Το Εφετείο, όμως, διαπίστωσε ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν στηρίζονταν σε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία. Αντίθετα, τους χαρακτήρισε γενικούς και ατεκμηρίωτους, τονίζοντας ότι δεν προέκυπτε πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί φόβο προκατάληψης.

Σημαντική ήταν και η στάση του Εφετείου ως προς τον ισχυρισμό περί «σκευωρίας» λόγω προηγούμενης καταγγελίας του εφεσείοντα. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε χωρίς να έχει τεθεί κατά την αντεξέταση μαρτύρων κατηγορίας, γεγονός που, σύμφωνα με βασικές αρχές του αντιπαραθετικού συστήματος, αποδυναμώνει ουσιωδώς την αξιοπιστία του.

Σε σχέση με το ζήτημα της επάρκειας χρόνου για προετοιμασία της υπεράσπισης, το Εφετείο προέβη σε αξιολόγηση των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης. Αν και αναγνώρισε ότι το ζήτημα αυτό πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση, δεν διαπίστωσε ότι υπήρξε τέτοια στέρηση δικαιωμάτων που να καθιστά τη διαδικασία συνολικά άδικη.

Παράλληλα, απορρίπτει την προσπάθεια των εφεσειόντων να μετατρέψουν το ύφος της δικαστικής απόφασης σε λόγο ακύρωσης της καταδίκης, θέτοντας σαφές όριο μεταξύ ατυχούς διατύπωσης και ουσιαστικής προκατάληψης.

Καταληκτικά το Εφετείο αναφέρει: «οι εφέσεις 195/2024 και 197/2024 απορρίπτονται. Η πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με την καταδίκη επικυρώνεται. Η έφεση 196/24 επιτυγχάνει μερικώς. Η ποινή φυλάκισης των 32 μηνών στη δεύτερη κατηγορία επί του κατηγορητηρίου για το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας κατά παράβαση των Άρθρων 105 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, αντικαθίσταται με ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Η ποινή φυλάκισης των 28 μηνών στην τέταρτη κατηγορία επί του κατηγορητηρίου για το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των Άρθρων 297, 298(1) και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, αντικαθίσταται με ποινή φυλάκισης 22 μηνών. Κατά τα λοιπά η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται».

Πηγή: Sigmalive

Send this to a friend