Home ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΚΥΠΡΟΣ Φυτιρής για παρακολουθήσεις: Δεν υπάρχει έλλειψη εμπιστοσύνης – Κίνδυνος διαρροής
Φυτιρής για παρακολουθήσεις: Δεν υπάρχει έλλειψη εμπιστοσύνης – Κίνδυνος διαρροής

Φυτιρής για παρακολουθήσεις: Δεν υπάρχει έλλειψη εμπιστοσύνης – Κίνδυνος διαρροής

Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους και με σαφή διάσταση απόψεων εξελίχθηκε η δημόσια συζήτηση γύρω από το νομοσχέδιο για τις παρακολουθήσεις, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην εκπομπή «Μεσημέρι και Κάτι». Στο επίκεντρο βρέθηκε η πρόνοια που αφαιρεί τον προληπτικό εποπτικό ρόλο της Δικαιοσύνης και μεταφέρει την έγκριση παρακολουθήσεων, σε κρίσιμες περιπτώσεις, εκτός δικαστικού ελέγχου.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Κώστας Φυτιρής, υπερασπίστηκε με έμφαση τη φιλοσοφία του νομοσχεδίου, θέτοντας ως αφετηρία την «αναγκαιότητα» ενίσχυσης των εργαλείων του κράτους απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα και τις απειλές κατά της εθνικής ασφάλειας. Όπως υποστήριξε, η τροποποίηση του συνταγματικού πλαισίου κρίθηκε επιβεβλημένη ώστε να διευρυνθεί η δυνατότητα παρακολουθήσεων για σοβαρά αδικήματα, με στόχο είτε την πρόληψη είτε τη συλλογή αποδεικτικού υλικού.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η εκτελεστική εξουσία φέρει την ευθύνη να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις, υπογραμμίζοντας ότι «χρειαζόμαστε όπλα» και ότι αυτά δεν μπορούν να είναι άλλα από νομικά εργαλεία όπως το υπό συζήτηση νομοσχέδιο. Απέρριψε, δε, την έντονη κριτική που επικεντρώνεται στο ποιος εγκρίνει τις παρακολουθήσεις, χαρακτηρίζοντας τη συζήτηση αποπροσανατολιστική: «Έχουμε επικεντρωθεί στο ποιος δίνει την έγκριση και χάνουμε το δάσος, που είναι η καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας».

Αναφερόμενος στην επιλογή να μην απαιτείται εκ των προτέρων δικαστική άδεια, ο Υπουργός δεν έκανε λόγο για έλλειψη εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη, αλλά για τον κίνδυνο διαρροών και καθυστερήσεων. «Όσο περισσότεροι εμπλέκονται, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα διαρροής», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η πρόληψη προϋποθέτει ταχύτητα και εμπιστευτικότητα. Υποστήριξε μάλιστα ότι, σε ένα σενάριο όπου δικαστής αρνείται να εκδώσει ένταλμα και ακολουθεί τρομοκρατική ενέργεια, θα πρέπει να τεθεί το ζήτημα ευθύνης.

Παράλληλα, επιχείρησε να καθησυχάσει τις ανησυχίες περί αυθαιρεσίας, επισημαίνοντας ότι προβλέπονται «δικλείδες ασφαλείας», όπως η μεταγενέστερη αξιολόγηση από τριμελή επιτροπή και η δυνατότητα εντοπισμού και τιμωρίας τυχόν παραβιάσεων. Τόνισε επίσης ότι οι εξουσίες αυτές θα ασκούνται μόνο σε «εξαιρετικές περιπτώσεις», με τεκμηρίωση, και ότι η κυβέρνηση αναλαμβάνει πλήρως την πολιτική ευθύνη των επιλογών της.

Ωστόσο, η επιχειρηματολογία του Υπουργού συνάντησε ισχυρή νομική αμφισβήτηση από τον δικηγόρο Ηλία Στεφάνου, ο οποίος εστίασε όχι στην ανάγκη αντιμετώπισης της εγκληματικότητας —την οποία χαρακτήρισε δεδομένη— αλλά στην αποδυνάμωση των θεσμικών εγγυήσεων.

Όπως εξήγησε, το υφιστάμενο πλαίσιο ήδη προβλέπει τη δυνατότητα παρακολουθήσεων μέσω δικαστικών διαταγμάτων, τόσο για την εξιχνίαση όσο και για την πρόληψη σοβαρών εγκλημάτων. Το κρίσιμο ζήτημα, κατά τον ίδιο, είναι ότι το νέο νομοσχέδιο μεταφέρει την εξουσία έγκρισης από τη Δικαιοσύνη σε διοικητικά όργανα, αρχικά στον Γενικό Εισαγγελέα —πρόταση που εγκαταλείφθηκε— και πλέον στον πρόεδρο μιας τριμελούς επιτροπής.

Ο κ. Στεφάνου έθεσε ευθέως το ερώτημα γιατί εγκαταλείπεται το δικαστικό φίλτρο, το οποίο, όπως σημείωσε, αποτελεί βασική εγγύηση ισορροπίας μεταξύ ασφάλειας και θεμελιωδών δικαιωμάτων. «Δεν έχω ακούσει πειστικό λόγο γιατί πρέπει να αλλάξει το υφιστάμενο πλαίσιο που απαιτεί δικαστική έγκριση», ανέφερε χαρακτηριστικά, αποδομώντας το επιχείρημα της γραφειοκρατίας.

Αντιθέτως, υποστήριξε ότι η δικαστική διαδικασία μπορεί να λειτουργήσει άμεσα, ακόμη και σε επείγουσες συνθήκες, όπως συμβαίνει ήδη με εντάλματα σύλληψης που εκδίδονται νυχτερινές ώρες. Κατά συνέπεια, η επίκληση καθυστερήσεων δεν δικαιολογεί, κατά την άποψή του, την παράκαμψη της Δικαιοσύνης.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ζήτημα της ανεξαρτησίας. Ο πρόεδρος της τριμελούς επιτροπής, όπως σημείωσε, διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, γεγονός που εγείρει ερωτήματα ως προς την ουσιαστική του αυτονομία. Σε αντίθεση, τα δικαστήρια διαθέτουν θεσμικά κατοχυρωμένη ανεξαρτησία και εμπειρία στη στάθμιση δικαιωμάτων.

Παράλληλα, άσκησε κριτική και στη ρύθμιση των 72 ωρών, κατά την οποία μπορεί να πραγματοποιείται παρακολούθηση χωρίς προέγκριση. Όπως πρότεινε, θα μπορούσε να προβλεφθεί άμεση —έστω προφορική— έγκριση από δικαστικό ή άλλο ανεξάρτητο όργανο, με μεταγενέστερη γραπτή αιτιολόγηση, αντί της πλήρους απουσίας ελέγχου στο κρίσιμο αρχικό στάδιο.

Ο ίδιος προειδοποίησε ότι, ενώ η συνολική προσπάθεια είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, υπάρχει κίνδυνος να υπονομευθεί «για το εύκολο της υπόθεσης», δηλαδή για λόγους πρακτικότητας, εις βάρος θεμελιωδών εγγυήσεων. Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι σε τουλάχιστον 19 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτείται προέγκριση από δικαστήριο για παρόμοιες πρακτικές.

Κλείνοντας, ο κ. Στεφάνου εξέφρασε έναν διπλό προβληματισμό: αφενός τον κίνδυνο κατάχρησης εξουσίας εάν αποδυναμωθούν οι θεσμικοί έλεγχοι και αφετέρου τον κίνδυνο να απορριφθεί συνολικά μια αναγκαία μεταρρύθμιση, εάν οι ανησυχίες αυτές δεν αντιμετωπιστούν επαρκώς. Όπως είπε, αν η δυσπιστία οδηγήσει βουλευτές να καταψηφίσουν το νομοσχέδιο, τότε «θα χαθεί και το δάσος», δηλαδή η ουσιαστική ενίσχυση της μάχης κατά της σοβαρής εγκληματικότητας.

Πηγή: Sigmalive

 

Send this to a friend