Ελεύθερος με βούλα δικαστηρίου Σύρος αιτητής ασύλου – Το σκεπτικό της απόφασης
Σε μια απόφαση με ιδιαίτερη σημασία για τα όρια της διοικητικής κράτησης αιτητών διεθνούς προστασίας, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση που διέταξε την άμεση απελευθέρωση Σύριου υπηκόου μέσω προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus ad Subjiciendum, απορρίπτοντας την έφεση της Δημοκρατίας.
Η υπόθεση αφορά Σύριο πολίτη ο οποίος βρισκόταν στην Κύπρο από άγνωστο χρονικό σημείο και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 5 Οκτωβρίου 2021. Η αίτηση αποσύρθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2024, γεγονός που οδήγησε στο να θεωρηθεί η παραμονή του στο έδαφος της Δημοκρατίας παράνομη από τις 10 Ιανουαρίου 2025. Ο αλλοδαπός εντοπίστηκε και συνελήφθη στις 23 Ιανουαρίου 2025 και εκδόθηκε σε βάρος του διάταγμα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105.
Η εξέλιξη της υπόθεσης διαφοροποιήθηκε στις 4 Απριλίου 2025, όταν ο ίδιος υπέβαλε αίτηση επανανοίγματος της διαδικασίας ασύλου. Με την κίνηση αυτή επανέκτησε το καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας, γεγονός που ενεργοποιεί το άρθρο 8(1)(α) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000.
Η διάταξη αυτή παρέχει στον αιτητή δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές αποκλειστικά για σκοπούς εξέτασης της αίτησής του. Κατά συνέπεια, όσο εκκρεμεί η διαδικασία ασύλου – και ακόμη και σε περίπτωση απόρριψης μέχρι την έκδοση πρωτόδικης απόφασης από το Διοικητικό Δικαστήριο σε περίπτωση προσφυγής – δεν επιτρέπεται η απομάκρυνσή του από τη χώρα.
Παρά το γεγονός ότι είχε επανακτήσει την ιδιότητα του αιτητή ασύλου, ο αλλοδαπός συνέχισε να κρατείται. Η κράτησή του στηριζόταν σε διάταγμα ημερομηνίας 3 Ιουνίου 2025, εκδοθέν από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) του Ν.6(Ι)/2000. Η συγκεκριμένη διάταξη επιτρέπει την κράτηση αιτητή διεθνούς προστασίας στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής, όταν τεκμηριώνεται με αντικειμενικά κριτήρια ότι η αίτηση ασύλου υποβάλλεται αποκλειστικά για να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η αιτιολόγηση της κράτησης δεν ήταν επαρκής. Όπως σημείωσε στην απόφασή του, «η κράτηση στη βάση της παραγράφου (δ) πρέπει να αιτιολογείται με συγκεκριμένα γεγονότα, όπως τίθεται “βάσει αντικειμενικών κριτηρίων”. Η επανάληψη των προϋποθέσεων της διάταξης και η γενική αναφορά ότι αυτές συντρέχουν στην περίπτωση του αιτητή δεν είναι αρκετή».
Η Δημοκρατία, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, υποστήριξε στην έφεση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπερέβη τη δικαιοδοσία του εξετάζοντας ουσιαστικά τη νομιμότητα της έκδοσης του διατάγματος κράτησης. Σύμφωνα με τη θέση αυτή, το ζήτημα της νομιμότητας του διατάγματος θα έπρεπε να εξεταστεί μόνο μέσω προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος.
Το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε μεν ότι η νομιμότητα της έκδοσης του διατάγματος κράτησης δεν μπορούσε να εξεταστεί στο πλαίσιο της προνομιακής δικαιοδοσίας για έκδοση εντάλματος habeas corpus. Εφόσον το διάταγμα δεν είχε προσβληθεί ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, η νομιμότητά του τεκμαιρόταν. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε πλήρη δικαιοδοσία να εξετάσει ένα διαφορετικό ζήτημα: τη νομιμότητα της διάρκειας της κράτησης.
Η διάρκεια διοικητικής κράτησης μπορεί να κριθεί παράνομη, ακόμη και αν το αρχικό διάταγμα θεωρείται νόμιμο, όταν διαπιστώνεται ότι η κράτηση έχει καταστεί αδικαιολόγητα παρατεταμένη ή όταν έχουν εκλείψει οι λόγοι που τη δικαιολογούν. Στην προκειμένη περίπτωση, το κρίσιμο χρονικό σημείο ήταν η 4η Απριλίου 2025, όταν ο εφεσίβλητος υπέβαλε αίτηση επανανοίγματος της διαδικασίας ασύλου.
Η αίτηση για έκδοση εντάλματος habeas corpus καταχωρίστηκε πέντε μήνες αργότερα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2025, ενώ η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε στις 29 Οκτωβρίου 2025. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας εξεταζόταν ή ότι λαμβάνονταν συγκεκριμένα μέτρα για την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Στην απόφαση σημειώνεται ότι «δεν αναφέρεται να υπάρχει σε εξέλιξη διαδικασία επιστροφής ούτε τι μέτρα λαμβάνονται προς τούτο», ενώ ταυτόχρονα δεν προέκυπτε αν η αίτηση ασύλου εξεταζόταν ή είχε απορριφθεί.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στο γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση habeas corpus ο αιτητής υποστήριξε ότι η Δημοκρατία δεν προχωρούσε στην εξέταση αιτήσεων ασύλου που είχαν υποβληθεί από Σύριους πολίτες, επικαλούμενος σχετική ανακοίνωση της Υπηρεσίας Ασύλου που είχε δημοσιευθεί στα μέσα ενημέρωσης. Η θέση αυτή δεν αντικρούστηκε από τη Δημοκρατία.
Το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η μη δυνατότητα απέλασης αιτητή ασύλου όσο εκκρεμεί η αίτησή του δεν συνεπάγεται ότι το κράτος μπορεί να τον κρατεί επ’ αόριστον. Το εύλογο χρονικό διάστημα κράτησης συνδέεται με τον χρόνο που απαιτείται για την εξέταση της αίτησης ασύλου και προϋποθέτει ότι η διαδικασία βρίσκεται πράγματι σε εξέλιξη. Αντίθετα, κράτηση – ακόμη και σύντομη – καθίσταται παράνομη όταν δεν λαμβάνονται οποιεσδήποτε ενέργειες για την εξέταση της αίτησης.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε τη νομιμότητα της έκδοσης του διατάγματος κράτησης αλλά τη νομιμότητα της διάρκειας της κράτησης κατά τον χρόνο εκδίκασης της αίτησης. Εφόσον δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία ότι η αίτηση ασύλου εξεταζόταν ή ότι προχωρούσε οποιαδήποτε διαδικασία, η συνέχιση της κράτησης κρίθηκε αδικαιολόγητη.
Καταλήγοντας, το Δικαστήριο απέρριψε την έφεση της Δημοκρατίας και επικύρωσε την απόφαση για άμεση απελευθέρωση του εφεσίβλητου. Παράλληλα επιδίκασε υπέρ του εφεσίβλητου έξοδα ύψους 2.500 ευρώ πλέον ΦΠΑ, εφόσον οφείλεται.









