Το Εφετείο επικύρωσε καταδίκη για υποκλοπή ιδιωτικής συνομιλίας
Το Εφετείο επικύρωσε καταδίκη για υποκλοπή περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας, κρίνοντας ότι η ηχογράφηση συνομιλίας χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση των άλλων συμμετεχόντων συνιστά παρακολούθηση «ιδιωτικής επικοινωνίας» κατά την έννοια της Νομοθεσίας, σύμφωνα με απόφαση ημερομηνίας 25 Φεβρουαρίου 2026.
Η υπόθεση αφορούσε ηχογράφηση εκ μέρους του εφεσείοντα, συνάντησης που πραγματοποιήθηκε στις 21 Μαρτίου 2016 στα γραφεία Κυπριακού Οργανισμού, στην οποία συμμετείχαν μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ενώ ο εφεσείων συμμετείχε τηλεφωνικώς. Η συνάντηση είχε οργανωθεί προκειμένου να δοθεί στον τελευταίο η δυνατότητα να απαντήσει σε ζητήματα οικονομικής φύσης που είχαν προκύψει από εσωτερικό έλεγχο.
Η συζήτηση διήρκεσε σχεδόν δύο ώρες και πραγματοποιήθηκε χωρίς οι υπόλοιποι συμμετέχοντες να γνωρίζουν ότι καταγραφόταν. Ο εφεσείοντας τελικά απολύθηκε, τον Ιούνιο του 2016, ενώ αργότερα καταχώρησε αγωγή εναντίον του Οργανισμού σε Δικαστήριο του εξωτερικού, διεκδικώντας αποζημιώσεις, λόγω της απόλυσής του.
Η ύπαρξη της ηχογράφησης έγινε γνωστή, όταν κατατέθηκε στην εν λόγω δικαστική διαδικασία από τον εφεσείοντα. Οι υπόλοιποι συμμετέχοντες στη συνάντηση δεν είχαν ενημερωθεί για την καταγραφή της συνομιλίας, ούτε είχαν δώσει τη συγκατάθεσή τους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα στοιχεία του αδικήματος είχαν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και καταδίκασε τον κατηγορούμενο για υποκλοπή ιδιωτικής συνομιλίας κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 3(1)(α) του Περί Προστασίας του Απόρρητου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση και Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμου 92(Ι)/1996. Στο σκεπτικό του, το οποίο παρατέθηκε και εξετάστηκε από το Εφετείο, σημειώθηκε, μεταξύ άλλων:
«Η συνομιλία έγινε στα γραφεία του Οργανισμού. Αφορούσε θέματα οικονομικής φύσης του Οργανισμού τα οποία προέκυψαν μετά από εσωτερικό έλεγχο. Οι παρευρισκόμενοι συμμετείχαν ενεργά στη συνομιλία, υποβάλλοντας ερωτήσεις στον κατηγορούμενο και σχολιάζοντας τις απαντήσεις του. Ουδείς γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος τους ηχογραφούσε, ούτε έδωσε τη συγκατάθεση του προς τούτο».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε ακόμη ότι υπό τις περιστάσεις «δεν ήταν λογικό να αναμένουν ότι ο κατηγορούμενος ηχογραφούσε τα όσα λέχθηκαν και ότι στη συνέχεια θα τα χρησιμοποιούσε σε δικαστική διαδικασία εναντίον του Οργανισμού». «Ο λόγος για τον οποίο ο κατηγορούμενος προέβη στην ηχογράφηση, ήτοι για να την καταθέσει σε δικαστική διαδικασία στο εξωτερικό – με κάθε σεβασμό στις θέσεις του κατηγορούμενου – δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση», συμπλήρωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι η συζήτηση αποτελούσε «ιδιωτική επικοινωνία», σύμφωνα με το Νόμο.
Ο εφεσείων προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση, ισχυριζόμενος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα τον όρο «ιδιωτική επικοινωνία», υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να περιλαμβάνει κάθε μορφή επικοινωνίας και ιδιαίτερα συζητήσεις που αφορούν υπηρεσιακά ζητήματα. Παράλληλα, προέβαλε τη θέση ότι το περιεχόμενο της συζήτησης αφορούσε ζητήματα που ενέπιπταν στη δική του σφαίρα αυτοδιάθεσης και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν έλαβε υπόψιν ότι δικαιούχος και/ή πληγής της ποινικά κολάσιμης πράξης για την οποία κατηγορείται, ήταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος.
Το Εφετείο με την απόφασή του, απέρριψε και τους δύο λόγους έφεσης. Όπως ανέφερε, «το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αναφέρει ότι ο όρος «υποκλοπή» ερμηνεύεται στο Άρθρο 2 του Νόμου ως «παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας» και ο όρος «παρακολούθηση» περιλαμβάνει την «μαγνητοφώνηση».
Πρόσθεσε ακόμη ότι σύμφωνα με τα αναντίλεκτα και παραδεκτά γεγονότα που είχε ενώπιόν του το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος – εφεσείοντας στις 21.3.2016 ηχογράφησε τη συνομιλία που είχε με τα μέλη του Οργανισμού εν αγνοία τους και χωρίς τη συγκατάθεσή τους. «Επομένως ορθά κατέληξε ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα υπέκλεψε την επίδικη συνομιλία», συμπλήρωσε.
Το Εφετείο τόνισε επίσης ότι η έννοια της ιδιωτικής επικοινωνίας δεν περιορίζεται σε ζητήματα προσωπικής ζωής. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση: «Ο όρος «ιδιωτική συνομιλία» με τη συνηθισμένη καθημερινή έννοια αναφέρεται σε συζήτηση που γίνεται μόνο μεταξύ συγκεκριμένων ατόμων και δεν είναι δημόσια, δηλαδή δεν την βλέπουν ή δεν την ακούν άλλοι, δεν προορίζεται να κοινοποιηθεί δημόσια και μένει εμπιστευτική ανάμεσα στους συμμετέχοντες. Από τη συνήθη ερμηνεία επίσης της φράσης εξυπακούεται ότι τέτοια συνομιλία θεωρείται εμπιστευτική και προσωπική και δεν μεταφέρεται σε τρίτους χωρίς άδεια».
Σύμφωνα με το Εφετείο, το ουσιώδες στοιχείο είναι η εύλογη προσδοκία των συμμετεχόντων ότι η επικοινωνία τους παραμένει ιδιωτική. «Η συνομιλία σε κλειστή ομάδα εμπίπτει εντός του όρου «ιδιωτική επικοινωνία», συμπλήρωσε.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη συνταγματική διάσταση του απορρήτου της επικοινωνίας. Το Εφετείο υπενθύμισε ότι το δικαίωμα αυτό προστατεύεται από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Όπως σημείωσε, «η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας αυτής προκύπτει και από το άρθρο 9 παρ. 1 εδαφ. β΄ του Συντάγματος, που ορίζει ότι «η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη», καθώς και από το άρθρο 19 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο».
Σε σχέση με την άρση του απορρήτου της επικοινωνίας, το Εφετείο αναφερόμενο στον Νόμο 92(Ι)/1996, σημείωσε ότι «δεν επιτρέπεται άρση απορρήτου παρά μόνο ως ο Νόμος προβλέπει ούτε για ιδιωτικές διαφορές. Πρέπει να συντρέχουν σοβαροί λόγοι που προβλέπονται από τον Νόμο και επίσης να τηρηθούν αυστηρά οι πρόνοιες του Νόμου. Υπάρχει επίσης χρονικός περιορισμός του δικαιώματος της άρσης ιδιωτικής επικοινωνίας και η διαδικασία αυτή εποπτεύεται και ελέγχεται από το Δικαστήριο».
Στο πλαίσιο αυτό, το Εφετείο υπογράμμισε ότι «εάν επιτρεπόταν η καταγραφή και διατήρηση του περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση ενός των συνομιλητών, θα ακυρωνόταν ο ουσιαστικός πυρήνας του απορρήτου, δηλαδή η ελευθερία του ατόμου να εκφράζεται ελεύθερα, με τη βεβαιότητα ότι τα λεγόμενά του θα παραμείνουν μεταξύ των συνομιλητών. Η καταγραφή μετατρέπει την τηλεφωνική επικοινωνία σε μόνιμο «έγγραφο» με όλες τις δυνατότητες εκμετάλλευσης και διαρροής, γεγονός που αντιβαίνει στην έννοια της εμπιστευτικότητας.
Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι η ερμηνεία που υιοθέτησε το πρωτόδικο δικαστήριο ήταν ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα και τη Νομοθεσία. «Η θέση του εφεσείοντα ότι η ιδιωτική επικοινωνία καλύπτει μόνο θέματα ιδιωτικής ζωής και όχι επαγγελματικής και συνεπώς η υπό κρίση συνομιλία, που αφορούσε μόνο επαγγελματικά/υπηρεσιακά ζητήματα, δεν καλύπτεται από τον όρο αυτό, δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται.
Ο όρος ιδιωτική δεν αναφέρεται στο αντικείμενο της επικοινωνίας αλλά στον τρόπο διεξαγωγής της και δη της εμπιστευτικότητας που τον περιβάλλει», σημείωσε. Ως εκ τούτου, οι λόγοι έφεσης κρίθηκαν αβάσιμοι και απορρίφθηκαν, ενώ η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε.
Πηγή: ΚΥΠΕ









