Τον πανικό που προκλήθηκε μετά την επιστροφή αεροσκάφους ελληνικής αεροπορικής εταιρείας στην Αθήνα, ενώ κατευθυνόταν προς το αεροδρόμιο Λάρνακας, επιχείρησε να αποσαφηνίσει ο πρόεδρος του Μεσογειακού Ιδρύματος Ασφάλειας Πτήσεων (FSF–Med), Χρύσανθος Χατζηχρυσάνθου, τονίζοντας ότι ο κυπριακός εναέριος χώρος ουδέποτε έκλεισε και ότι οι αποφάσεις για την πορεία μιας πτήσης λαμβάνονται αποκλειστικά με γνώμονα την ασφάλεια.
Μιλώντας στην εκπομπή «Πρωτοσέλιδο», ο κ. Χατζηχρυσάνθου ξεκαθάρισε εξαρχής ότι δεν υπήρξε καμία απόφαση για κλείσιμο του εναέριου χώρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως εξήγησε, η τελική ευθύνη για οποιαδήποτε απόφαση κατά τη διάρκεια μιας πτήσης ανήκει στον κυβερνήτη του αεροσκάφους, ο οποίος έχει την απόλυτη αρμοδιότητα να ενεργήσει κατά την κρίση του για να διασφαλίσει την ασφάλεια του αεροσκάφους, του πληρώματος και των επιβατών.
Ο ίδιος σημείωσε ότι δεν είναι γνωστό τι ακριβώς οδήγησε τον κυβερνήτη της συγκεκριμένης πτήσης στην απόφαση να επιστρέψει στην Αθήνα. «Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο δόθηκαν οδηγίες από την εταιρεία ή αν, λόγω κάποιας καθυστέρησης ή άλλων παραγόντων, ο ίδιος ο κυβερνήτης έκρινε ότι ήταν προτιμότερο να επιστρέψει. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούμε να κρίνουμε την απόφασή του, γιατί ο κυβερνήτης είναι αυτός που έχει την ευθύνη για την ασφάλεια της πτήσης», ανέφερε.
Σε σχέση με τις εντυπώσεις που δημιουργούνται διεθνώς, μετά και από την ανακοίνωση της αεροπορικής εταιρείας που απέδωσε την επιστροφή της πτήσης σε «κλειστό εναέριο χώρο», ο πρόεδρος του FSF–Med εμφανίστηκε καθησυχαστικός. Όπως είπε, η αναστολή ή αναβολή ορισμένων πτήσεων προς και από την Κύπρο δεν αποτελεί φαινόμενο που στρέφεται ειδικά κατά της χώρας, αλλά συνδέεται με τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, όπου βρίσκονται σε εξέλιξη στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Υπενθύμισε μάλιστα ότι παρόμοια φαινόμενα έχουν καταγραφεί και στο παρελθόν. Έφερε ως παράδειγμα τον πόλεμο στον Περσικό Κόλπο το 1991, όταν πολλές αεροπορικές εταιρείες είχαν αναστείλει τις πτήσεις τους προς την Κύπρο. Τότε, όπως σημείωσε, οι Κυπριακές Αερογραμμές ήταν από τις λίγες που συνέχισαν να πετούν, διατηρώντας τη συνδεσιμότητα της χώρας με το εξωτερικό.
Ο κ. Χατζηχρυσάνθου εξήγησε ότι πριν από κάθε πτήση οι αεροπορικές εταιρείες πραγματοποιούν λεπτομερή εκτίμηση κινδύνου, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για περιοχές όπου βρίσκονται σε εξέλιξη στρατιωτικές επιχειρήσεις. Με βάση αυτή την αξιολόγηση αποφασίζουν αν θα πραγματοποιήσουν, θα αναβάλουν ή θα ακυρώσουν μια πτήση.
Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο κινδύνων για τα πολιτικά αεροσκάφη, όπως η παρουσία drones ή πυραύλων σε περιοχές συγκρούσεων, σημείωσε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως ο κίνδυνος. «Ακόμη και υπό κανονικές συνθήκες, ένα αεροσκάφος που βρίσκεται στον αέρα μπορεί να αντιμετωπίσει διάφορες καταστάσεις που ενδέχεται να επηρεάσουν την ασφάλεια της πτήσης. Γι’ αυτό υπάρχουν οι χειριστές στο πιλοτήριο, ώστε να αξιολογούν κάθε κατάσταση και να λαμβάνουν τις κατάλληλες αποφάσεις», ανέφερε.
Σημείωσε επίσης ότι οι αεροπορικές εταιρείες παρακολουθούν συνεχώς τις εξελίξεις και, εφόσον ένα αεροσκάφος βρίσκεται ήδη στον αέρα, μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί του μέσω των συστημάτων που διαθέτει για να δώσουν οδηγίες ή να ενημερώσουν για αλλαγές στην κατάσταση ασφαλείας. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί εκτροπή της πορείας, ώστε να αποφευχθούν πιθανοί κίνδυνοι.
Ως παράδειγμα ανέφερε και την περίπτωση του Ισραήλ, όπου τα τελευταία χρόνια ο εναέριος χώρος έχει κλείσει και ανοίξει επανειλημμένα, ανάλογα με την εκτίμηση κινδύνου που έκαναν οι αρμόδιες αρχές για τις πολιτικές πτήσεις.
Σε ό,τι αφορά τις πιθανές επιπτώσεις στον κυπριακό τουρισμό, ο πρόεδρος του FSF–Med ανέφερε ότι το κρίσιμο στοιχείο είναι η διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην περιοχή. Αν η κατάσταση αποκλιμακωθεί μέσα σε δύο ή τρεις εβδομάδες, εκτίμησε ότι δεν θα υπάρξει ουσιαστικό πρόβλημα, καθώς οι αεροπορικές εταιρείες θα επαναφέρουν κανονικά τις πτήσεις τους προς την Κύπρο και άλλους προορισμούς της Μέσης Ανατολής.
Ωστόσο, αν η ένταση συνεχιστεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, τότε είναι πιθανό να υπάρξουν επιπτώσεις και στον τουρισμό. «Αυτό είναι κάτι αναπόφευκτο και δεν εξαρτάται ούτε από τις αεροπορικές εταιρείες ούτε από τις αρχές της χώρας μας», σημείωσε.
Παρά τις ανησυχίες, ο κ. Χατζηχρυσάνθου υπογράμμισε ότι η συνδεσιμότητα της Κύπρου με το εξωτερικό παραμένει σε μεγάλο βαθμό διασφαλισμένη. Καθημερινά πραγματοποιούνται πτήσεις από και προς το νησί, ενώ συνεχίζεται και ο επαναπατρισμός Κυπρίων πολιτών από χώρες της περιοχής.
«Αυτό είναι θετικό, γιατί η Κύπρος είναι ένα νησί που εξαρτάται από τις αεροπορικές συνδέσεις για την επικοινωνία του με τον υπόλοιπο κόσμο. Η κατάσταση σήμερα, παρά τις δυσκολίες, παραμένει σε ικανοποιητικό επίπεδο και ελπίζουμε ότι δεν θα υπάρξει εξέλιξη που να επηρεάσει αρνητικά αυτή τη συνδεσιμότητα», κατέληξε.
Πηγή: Sigmalive









