Blackout στο κυκλοφοριακό: Έρχεται 3ος παράλληλος αυτοκινητόδρομος στη Λεμεσό
Ο Υπουργός Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων Αλέξης Βαφεάδης, μιλώντας στην εκπομπή «Πρωτοσέλιδο», έθεσε ως απόλυτη προτεραιότητα το κυκλοφοριακό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα μεγάλα αστικά κέντρα, προειδοποιώντας ακόμη και για συνθήκες «blackout» εάν δεν ληφθούν έγκαιρα και τολμηρά μέτρα.
Όπως ανέφερε, μόνο στη Λεμεσό εγγράφονται κάθε χρόνο περίπου 13.000 νέα οχήματα, χωρίς αντίστοιχες αποσύρσεις, γεγονός που μεταφράζεται –με βάση τον μέσο όρο διαδρομών– σε εκατοντάδες χιλιάδες επιπλέον κινήσεις ετησίως πάνω στο ίδιο οδικό δίκτυο. «Επί δέκα χρόνια προστίθενται διαδρομές πάνω στο ίδιο υφιστάμενο δίκτυο. Είναι φυσικό να φτάνουμε στο σημερινό κομφούζιο», σημείωσε, εξηγώντας ότι η συμφόρηση δεν είναι συγκυριακό φαινόμενο, αλλά αποτέλεσμα δεκαετίας.
Ο Υπουργός υπεραμύνθηκε της ανάγκης υλοποίησης νέων οδικών έργων, ακόμη και όταν αυτά προκαλούν αντιδράσεις. Έφερε ως παράδειγμα την ακύρωση της επέκτασης της οδού Φυτωρίου προς τον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού, λέγοντας ότι μπορεί να ικανοποίησε αιτήματα κατοίκων της περιοχής, αλλά στέρησε από την πόλη μία κρίσιμη επιπλέον έξοδο. Παράλληλα, αναφέρθηκε στον Βόρειο Παρακαμπτήριο και σε άλλα έργα που προγραμματίζονται, με ορίζοντα υλοποίησης που εκτείνεται σε βάθος εικοσαετίας και συνολικό κόστος που ξεπερνά τα 300 εκατομμύρια ευρώ.
Ιδιαίτερη μνεία έκανε και στον σχεδιασμό του λεγόμενου «Τρίτου Παράλληλου» αυτοκινητοδρόμου βόρεια της Λεμεσού, ενός έργου στρατηγικής σημασίας που, όπως είπε, θα αποσυμφορήσει τον υφιστάμενο άξονα και θα εξυπηρετεί τις ορεινές περιοχές. «Τα οδικά έργα δεν είναι για αύριο. Θέλουν προγραμματισμό 20ετίας. Τα κάνουμε και για τα παιδιά μας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σε ό,τι αφορά την οδική ασφάλεια, ο κ. Βαφεάδης έκανε λόγο για «τραγικά στοιχεία» αναφορικά με τους θανάτους από τροχαίες συγκρούσεις, υπογραμμίζοντας ότι η προσπάθεια του Υπουργείου, σε συνεργασία με το Συμβούλιο Οδικής Ασφάλειας, είναι η μείωση των θυμάτων στο ελάχιστο. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην προώθηση μέτρων όπως η επιτήρηση αυτοκινητοδρόμων με κάμερες και ο έλεγχος μέσου όρου ταχύτητας, πρακτικές που εφαρμόζονται ήδη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Αναφορικά με το λιμάνι και τη μαρίνα της Λάρνακας, ο Υπουργός ξεκαθάρισε ότι το βασικό ζητούμενο είναι η σωστή διαχείριση του ρίσκου, ώστε να μην επαναληφθούν φαινόμενα τερματισμού συμβάσεων. Όπως υπενθύμισε, η συγκεκριμένη σύμβαση τερματίστηκε τρεις φορές τα τελευταία 20 χρόνια, όχι λόγω αλλαγής πολιτικής βούλησης, αλλά –όπως είπε– λόγω υπέρβασης ουσιωδών όρων από πλευράς αναδόχων.
Στο τραπέζι βρίσκεται η μελέτη που εκπονήθηκε από το Υπουργείο Μεταφορών σε συνεργασία με το Υπερταμείο και Ολλανδούς εμπειρογνώμονες, καθώς και αίτημα μετόχου της εταιρείας «Κίτιον». Ο κ. Βαφεάδης διευκρίνισε ότι η γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας δεν λαμβάνει θέση υπέρ ή κατά συγκεκριμένης πρότασης, αλλά καθορίζει το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να αξιολογηθεί το αίτημα.
Ξεκαθάρισε επίσης ότι η συζήτηση δεν πρέπει να προσωποποιείται. «Δεν με ενδιαφέρει ποιος είναι ο αιτητής. Μας ενδιαφέρει ποια λύση θα υιοθετήσουμε ως χώρα: ενιαία ή ξεχωριστή ανάπτυξη», ανέφερε. Υπενθύμισε ότι το Υπερταμείο έχει τοποθετηθεί κατά της ενιαίας ανάπτυξης, εισηγούμενο κάθε υποδομή –λιμάνι και μαρίνα– να είναι βιώσιμη από μόνη της, χωρίς να εξαρτάται η μία από την άλλη.
Καθοριστικό, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι το λιμάνι να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό αναβάθμισης της εφοδιαστικής αλυσίδας της χώρας. Προειδοποίησε μάλιστα ότι με τις υφιστάμενες υποδομές, σε ένα-δύο χρόνια ενδέχεται να μην μπορεί να εξυπηρετήσει ούτε καν την τοπική αγορά. «Δεν μπορούμε να στοχεύουμε σε μεγαλόπνοα σχέδια χωρίς να διασφαλίζουμε ότι κάθε υποδομή είναι βιώσιμη από μόνη της», τόνισε.
Σε σχέση με το χρονοδιάγραμμα, ανέφερε ότι η σαφής εικόνα θα διαμορφωθεί μόλις παραδοθεί και το οικονομικό σκέλος της μελέτης, περί τα μέσα Απριλίου. Από εκεί και πέρα, όπως είπε, η όποια διαδικασία –είτε μέσω σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα είτε με άλλη μορφή– θα απαιτήσει τον αναγκαίο χρόνο για νόμιμη σύναψη σύμβασης. Στην περίπτωση ξεχωριστής ανάπτυξης με εμπλοκή του κράτους, εκτίμησε ότι ενδέχεται να επιτευχθούν συντομότερα χρονοδιαγράμματα.
Τέλος, απαντώντας σε επικρίσεις για τον τερματισμό της προηγούμενης σύμβασης, υπογράμμισε ότι το κράτος «έκανε υπερπροσπάθεια» επί μήνες για να διασώσει τη συμφωνία, ωστόσο, όταν ο ανάδοχος δεν ανταποκρίθηκε στις ουσιώδεις υποχρεώσεις του –όπως η προσκόμιση εγγυητικών επιστολών– ο τερματισμός ήταν, κατά τον ίδιο, μονόδρομος για την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος.
Πηγή: Sigmalive









