Home ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΚΥΠΡΟΣ Δικαστική «μάχη» 18 χρόνων για φωτιά σε ινστιτούτο αισθητικής στη Λευκωσία
Δικαστική «μάχη» 18 χρόνων για φωτιά σε ινστιτούτο αισθητικής στη Λευκωσία

Δικαστική «μάχη» 18 χρόνων για φωτιά σε ινστιτούτο αισθητικής στη Λευκωσία

Η πυρκαγιά που ξέσπασε τον Μάρτιο του 2008 σε διαμέρισμα πολυκατοικίας στη Λευκωσία και η οποία αποδόθηκε από τις ιδιοκτήτριες σε ελαττωματική εγκατάσταση θερμοσυσσωρευτή από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, βρέθηκε στο επίκεντρο μακράς δικαστικής διαμάχης, η οποία ολοκληρώθηκε με την απόρριψη της έφεσης των εναγόντων.

Η υπόθεση αφορούσε διαμέρισμα, το οποίο είχε ενοικιαστεί το 1983 από τη Ν. Σ. και χρησιμοποιείτο ως ινστιτούτο αισθητικής από την ίδια ή/και την αδελφή της. Στο διαμέρισμα είχε εγκατασταθεί, από την ανέγερση της πολυκατοικίας περί το 1975, θερμοσυσσωρευτής υπό την ευθύνη και τον έλεγχο της ΑΗΚ. Στις 6 Μαρτίου 2008 εκδηλώθηκε πυρκαγιά, η οποία κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων προκλήθηκε από υπερθέρμανση καλωδίου του θερμοσυσσωρευτή, εξαιτίας αμέλειας της Αρχής ως προς την εγκατάσταση, τον έλεγχο, τη συντήρηση ή την αναβάθμισή του.

Οι δύο αδελφές προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη διεκδικώντας αποζημιώσεις ύψους 136.700 ευρώ, πλέον μηνιαίων απωλειών. Στην πορεία η Ν. Σ. απεβίωσε και αντικαταστάθηκε από τον διαχειριστή της περιουσίας της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με απόφαση ημερομηνίας 8 Ιουλίου 2019, απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι η απαίτηση παρέμεινε «απογυμνωμένη» από αξιόπιστη μαρτυρία και πειστήρια. Η κρίση αυτή στηρίχθηκε κυρίως στην αξιολόγηση της μαρτυρίας: το Δικαστήριο αποδέχθηκε τον μάρτυρα της ΑΗΚ και απέρριψε τη μαρτυρία των τριών μαρτύρων των εναγόντων, περιλαμβανομένου του πραγματογνώμονα.

Οι εφεσείοντες προσέβαλαν την απόφαση με πέντε λόγους έφεσης, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων εσφαλμένη εφαρμογή του βάρους απόδειξης, αναιτιολόγητη απόφαση, εσφαλμένη απόρριψη της μαρτυρίας τους, έλλειψη εξέτασης της αιτιώδους συνάφειας και προκατάληψη του πρωτόδικου Δικαστή.

Το Εφετείο, εξετάζοντας πρώτα το ζήτημα του βάρους απόδειξης, έκρινε ότι η νομική βάση της αγωγής ήταν το αστικό αδίκημα της αμέλειας κατά το άρθρο 51 του Κεφ. 148 και ότι οι ενάγοντες όφειλαν να παραθέσουν συγκεκριμένες λεπτομέρειες αμέλειας στο δικόγραφο, όπως επιβάλλει η νομολογία. Παραπέμποντας στην υπόθεση Kouris Dam Joint Venture v. Λουρουντζιάτη, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι οι λεπτομέρειες αυτές αποτελούν το μοναδικό βάθρο για την απόδοση αστικής ευθύνης. Η έλλειψή τους θα μπορούσε από μόνη της να αποβεί καθοριστική.

Σε ό,τι αφορά το άρθρο 52 του Κεφ. 148, που μεταθέτει το βάρος απόδειξης στον εναγόμενο όταν η ζημιά προέρχεται από «επικίνδυνο πράγμα», το Εφετείο σημείωσε ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του δεν αποδείχθηκαν, αφού η μαρτυρία των εναγόντων είχε συνολικά απορριφθεί. Χωρίς απόδειξη ότι η ΑΗΚ είχε τον έλεγχο του θερμοσυσσωρευτή, δεν μπορούσε να τεθεί ζήτημα μετατόπισης του βάρους απόδειξης.

Οι εφεσείοντες επικαλέστηκαν και τον κανόνα res ipsa loquitur του άρθρου 55. Το Εφετείο, παραπέμποντας μεταξύ άλλων στην απόφαση Ζερβού κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, εξήγησε ότι ο κανόνας εφαρμόζεται μόνο όταν το ζημιογόνο γεγονός τελεί υπό τον πλήρη έλεγχο του εναγομένου και τα πραγματικά περιστατικά είναι άγνωστα στον ενάγοντα. Στην παρούσα υπόθεση, όχι μόνο δεν αποδείχθηκε πλήρης έλεγχος της ΑΗΚ, αλλά οι ίδιοι οι εφεσείοντες παρουσίασαν συγκεκριμένη τεχνική εκδοχή για την αιτία της φωτιάς, καλώντας και πραγματογνώμονα. Επομένως, ο κανόνας δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής.

Κεντρικό σημείο της απόφασης αποτέλεσε η αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Εφετείο επανέλαβε τον πάγιο κανόνα ότι δεν επεμβαίνει εύκολα στην εκτίμηση αξιοπιστίας που διενεργεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, εκτός εάν τα ευρήματα αντιστρατεύονται τη λογική ή είναι προδήλως αδικαιολόγητα. Στην προκείμενη περίπτωση, έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αιτιολόγησε εκτενώς γιατί δεν θεώρησε αξιόπιστους τους μάρτυρες των εναγόντων. Ιδίως για τον πραγματογνώμονα, επισημάνθηκε ότι η θέση του περί ύπαρξης ξύλινου στοιχείου στον επίδικο θερμοσυσσωρευτή στηριζόταν σε γνώση από άλλες συσκευές και όχι από επιτόπια διαπίστωση, γεγονός που έπληττε τη βαρύτητα της μαρτυρίας του.

Απορρίφθηκαν επίσης οι αιτιάσεις περί αναιτιολόγητης απόφασης και προκατάληψης, με το Εφετείο να χαρακτηρίζει τον ισχυρισμό περί μεροληψίας ως βαρύ και ατεκμηρίωτο, επισημαίνοντας ότι τέτοιες καταγγελίες οφείλουν να στηρίζονται σε συγκεκριμένα στοιχεία.

Τέλος, ως προς την αιτιώδη συνάφεια και την απόδειξη των ζημιών, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι σε υποθέσεις αμέλειας η απόδειξη της αιτιώδους σχέσης αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση επιδίκασης αποζημίωσης, παραπέμποντας στην υπόθεση M.C. Jewellery Ltd v. Unicars. Οι ειδικές αποζημιώσεις, τόνισε, πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώθηκε ότι τα προσκομισθέντα τεκμήρια ήταν ελλιπή ή ατεκμηρίωτα, με αποτέλεσμα να μην αποδειχθεί κανένα επιμέρους κονδύλι.

Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της και επιδικάστηκαν υπέρ της ΑΗΚ έξοδα έφεσης ύψους 4.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, κλείνοντας οριστικά έναν κύκλο δικαστικής αντιπαράθεσης που διήρκεσε σχεδόν δεκαπέντε χρόνια από το συμβάν της πυρκαγιάς.

Πηγή: Sigmalive

Send this to a friend