Home ΛΑΡΝΑΚΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ Νιγηριανός πήρε €1500 για να φύγει από Κύπρο, αλλά επέστρεψε από τα κατεχόμενα
Νιγηριανός πήρε €1500 για να φύγει από Κύπρο, αλλά επέστρεψε από τα κατεχόμενα

Νιγηριανός πήρε €1500 για να φύγει από Κύπρο, αλλά επέστρεψε από τα κατεχόμενα

Με απόφαση που εκδόθηκε αυθημερόν, το Δικαστήριο απέρριψε αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος habeas corpus ad subjiciendum, με την οποία αλλοδαπός αιτητής ζητούσε να κηρυχθεί παράνομη η κράτησή του στο Χώρο Κράτησης Απαγορευμένων Μεταναστών στη Μενόγεια, κρίνοντας ότι η διάρκεια της κράτησης δεν έχει εκφύγει του ευλόγου χρόνου και ότι οι αρμόδιες αρχές ενήργησαν με τη δέουσα επιμέλεια.

Η υπόθεση αφορά υπήκοο Νιγηρίας, ο οποίος, σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο ιστορικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων και από τις δύο πλευρές, εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία από άγνωστο σημείο και σε άγνωστο χρόνο. Στις 29 Ιουνίου 2021 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 2 Φεβρουαρίου 2022. Ο αιτητής προσέβαλε την απορριπτική αυτή απόφαση ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας με προσφυγή που καταχωρήθηκε υπό τον αριθμό 818/2022, πλην όμως η προσφυγή απορρίφθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2023.

Μετά την ολοκλήρωση της πιο πάνω διαδικασίας, και ενώ δεν υφίστατο πλέον αίτημα ασύλου σε εκκρεμότητα, ο αιτητής υπέγραψε στις 11 Δεκεμβρίου 2023 υπεύθυνη δήλωση οικειοθελούς αναχώρησης. Στο πλαίσιο του προγράμματος εθελούσιου επαναπατρισμού του παραχωρήθηκαν χρηματικά κίνητρα ύψους 1.500 ευρώ και επαναπατρίστηκε στη Νιγηρία στις 19 Ιανουαρίου 2024.

Ωστόσο, σε μεταγενέστερο και άγνωστο χρονικό σημείο, ο αιτητής εισήλθε εκ νέου παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αυτή τη φορά από τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Μετά τη σύλληψή του καταχωρήθηκε εναντίον του ποινική υπόθεση, υπό αριθμό 20096/24, στο πλαίσιο της οποίας καταδικάστηκε τόσο για το αδίκημα της παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία όσο και για το αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη, λόγω παραβίασης προηγούμενης απόφασης επιστροφής. Στις 12 Δεκεμβρίου 2024 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δέκα μηνών, με ημερομηνία έναρξης την 12η Οκτωβρίου 2024.

Κατά τη διάρκεια της κράτησής του ο αιτητής υπέβαλε στις 17 Ιανουαρίου 2025 μεταγενέστερη αίτηση ασύλου. Η αίτηση εξετάστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου και κρίθηκε απαράδεκτη στις 27 Ιανουαρίου 2025, με τη σχετική απορριπτική απόφαση να του κοινοποιείται στις 5 Φεβρουαρίου 2025.

Ακολούθως, στις 4 Απριλίου 2025, εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, αφού κρίθηκε από τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης ως απαγορευμένος μετανάστης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6(1)(δ) και (κ) του ίδιου νόμου. Ο αιτητής προσέβαλε τα διατάγματα αυτά ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου με προσφυγή υπό αριθμό 484/2025, η οποία απορρίφθηκε στις 12 Ιουνίου 2025, με το Δικαστήριο να επικυρώνει τη νομιμότητά τους.

Παράλληλα, ο αιτητής είχε ήδη καταχωρήσει, στις 18 Φεβρουαρίου 2025, προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας κατά της απόφασης που απέρριψε ως απαράδεκτη τη μεταγενέστερη αίτηση ασύλου του, υπό αριθμό Τ89/2025. Στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας υπέβαλε και μονομερή ενδιάμεση αίτηση, ζητώντας να του επιτραπεί η παραμονή στη Δημοκρατία μέχρι την τελική εκδίκαση της προσφυγής. Στις 10 Απριλίου 2025 το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας εξέδωσε απόφαση με την οποία επέτρεψε την παραμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, ενώ στις 16 Απριλίου 2025 η Διοίκηση ανέστειλε την εκτέλεση του διατάγματος απέλασης μέχρι την έκβαση της συγκεκριμένης προσφυγής.

Η διαδικασία στην προσφυγή Τ89/2025 προχώρησε με καταχώριση γραπτών αγορεύσεων εκατέρωθεν και με σειρά αναβολών για διευκρινίσεις, ενώ, όπως προέκυψε από τα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου, είχε υποβληθεί εκ μέρους της Δημοκρατίας αίτημα επίσπευσης, με δεδομένο ότι ο αιτητής τελούσε υπό κράτηση. Καθ’ όλη αυτή την περίοδο η κράτησή του επανεξεταζόταν ανά δίμηνο από τις αρμόδιες αρχές, συγκεκριμένα στις 19 Ιουνίου 2025, στις 13 Αυγούστου 2025, στις 21 Οκτωβρίου 2025 και στις 2 Ιανουαρίου 2026.

Στην παρούσα αίτηση habeas corpus, ο αιτητής δεν προσέβαλε τη νομιμότητα του αρχικού διατάγματος κράτησης, αλλά επικεντρώθηκε αποκλειστικά στη διάρκεια της κράτησής του, υποστηρίζοντας ότι μετά από σχεδόν εννέα μήνες δεν υφίσταται πλέον λογικά προοπτική άμεσης απομάκρυνσης. Από την πλευρά της Δημοκρατίας προτάχθηκε ότι η κράτηση παραμένει αναγκαία λόγω κινδύνου διαφυγής, του μεταναστευτικού ιστορικού του αιτητή και, κυρίως, ότι η καθυστέρηση στην απέλαση οφείλεται στις ίδιες τις δικαστικές ενέργειες του αιτητή, οι οποίες ανέστειλαν την εκτέλεσή της.

Το Δικαστήριο, αφού ανέλυσε διεξοδικά το νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει το ένταλμα habeas corpus και τη νομιμότητα της κράτησης αλλοδαπών για σκοπούς απέλασης, έκρινε ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 18ΠΣΤ του Νόμου πληρούνται, ότι οι αποφάσεις επανεξέτασης και παράτασης της κράτησης ελήφθησαν από αρμοδίως εξουσιοδοτημένους λειτουργούς και ότι οι λόγοι που δικαιολογούν τη συνέχιση της κράτησης δεν έχουν εκλείψει.

Ιδιαίτερη βαρύτητα απέδωσε το Δικαστήριο στο γεγονός ότι η μη εκτέλεση της απέλασης δεν οφείλεται σε αδράνεια ή έλλειψη επιμέλειας των αρχών, αλλά στις εκκρεμείς διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες που κίνησε ο ίδιος ο αιτητής, στο πλαίσιο άσκησης των δικαιωμάτων του. Υπό τις συνθήκες αυτές, κρίθηκε ότι ο χρόνος κράτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογος ή αδικαιολόγητος.

Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο αιτητής δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφερε, ώστε να καταδείξει ότι η διάρκεια της κράτησης κατέστη παράνομη. Ως εκ τούτου, η κράτηση συνεχίζει να είναι νόμιμη για σκοπούς απομάκρυνσής του από την Κυπριακή Δημοκρατία και η αίτηση απορρίφθηκε χωρίς επιδίκαση εξόδων.