Ανώτατο: «Όχι» στην ακύρωση εντάλματος σύλληψης για ενδοοικογενειακή βία
Στην απόρριψη αιτήματος ακύρωσης εντάλματος σύλληψης για αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας και βίας κατά των γυναικών προέβη το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου, με απόφαση που εξέδωσε στις 21 Ιανουαρίου 2026.
Σύμφωνα με το κείμενο της απόφασης, ο αιτητής ζήτησε άδεια για να καταχωρίσει αίτηση με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari για ακύρωση του εντάλματος σύλληψης του ημερ.28.12.2025, που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, καθώς κατά την εισήγηση του, δεν τεκμηριωνόταν εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι αυτός είχε διαπράξει τα αδικήματα που διερευνούσε η Αστυνομία και, σε κάθε περίπτωση, η έκδοση του εντάλματος σύλληψης του δεν ήταν αναγκαία.
Όπως αναφέρεται, τα υπό διερεύνηση αδικήματα αφορούν σε παραβάσεις του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2021, Ν.115(I)/2021, του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000, Ν.119(I)/2000 και του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, με σοβαρότερο, ίσως, αυτό της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης.
Σύμφωνα με την παραπονούμενη, σύντροφο του για οκτώ χρόνια, ο αιτητής είναι βίαιος, ενώ στη γραπτή καταγγελία στην οποία η παραπονούμενη προέβη στην Αστυνομία στις 27.12.2025, περιγράφονται διάφορα περιστατικά άσκησης ενδοοικογενειακής βίας από τον αιτητή εναντίον, κυρίως της ίδιας, αλλά και των δύο από τα τρία παιδιά της παραπονούμενης από προηγούμενο γάμο της, που διαμένουν μαζί με την ίδια και τον αιτητή κάτω από την ίδια στέγη, με τα υπό διερεύνηση αδικήματα να φέρονται να έχουν διαπραχθεί σε διάφορες άγνωστες ημερομηνίες και στις 20.4.2025, στις 28.5.2025 και το τελευταίο στις 27.12.2025.
«Επομένως, στη βάση της καταγγελίας της παραπονούμενης, υφίστατο εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι ο Αιτητής είχε διαπράξει τα υπό διερεύνηση αδικήματα, όπως καταγράφονται στο εκδοθέν ένταλμα σύλληψης του», σημειώνεται σχετικά.
Προστίθεται ότι όπως προκύπτει από το σχετικό όρκο και σύμφωνα με την καταγγελία της παραπονούμενης, το τελευταίο περιστατικό δεν ήταν το σοβαρότερο, καθώς είχαν προηγηθεί άλλα σοβαρότερα, όπως αυτά στις 20.4.2025 και στις 28.5.2025, σημείο όπου εστιάζεται και η επιχειρηματολογία του αιτητή, ότι, στη βάση του τελευταίου, η έκδοση του εντάλματος σύλληψης του δεν ήταν αναγκαία και ότι θα μπορούσε να είχε κληθεί για κατάθεση στην Αστυνομία.
Ως προς την αναγκαιότητα για την έκδοση εντάλματος σύλληψης, το δικαστήριο αναφέρει ότι αυτή μπορεί να εδράζεται στο δημόσιο συμφέρον της διαφύλαξης της πορείας του ανακριτικού έργου από παρεμβάσεις του υπόπτου στην περίπτωση που παραμείνει ελεύθερος, σε σχέση με μάρτυρες ή και τεκμήρια της υπό διερεύνηση υπόθεσης και όχι μόνο.
«Δεν είναι μεμπτό να εφίσταται η προσοχή του Δικαστή στις παραμέτρους που δίδουν βάση για την ύπαρξη του κινδύνου, σημασία όμως έχει η παράθεση των γεγονότων. Άλλωστε η διαπίστωση του κινδύνου ανήκει στον ίδιο το Δικαστή, όπως και τελική απόφαση κατά πόσο είναι τέτοιος που δικαιολογεί την έκδοση του εντάλματος», συμπληρώνεται σχετικά.
Προστίθεται ότι στον αστυνομικό όρκο που υποστήριζε το αίτημα της Αστυνομίας για την έκδοση του υπό έλεγχο εντάλματος, υπήρχαν τα στοιχεία εκείνα που δικαιολογούσαν την κατάληξη της δικαστού που εξέδωσε το ένταλμα, ότι είχε ικανοποιηθεί λογικά για την αναγκαιότητα έκδοσης του, ενώ από τη φύση των αδικημάτων και τους χώρους όπου αυτά, κατ’ ισχυρισμό, διαπράχθηκαν, προέκυπτε ότι οι βασικοί μάρτυρες ήταν η παραπονούμενη και τα παιδιά της, πρόσωπα που διέμεναν στην ίδια κατοικία με τον αιτητή και στα οποία ο αιτητής είχε άμεση πρόσβαση.
Περαιτέρω, αναφέρεται ότι η μαρτυρία από πλευράς παραπονούμενης αναδείκνυε ότι ο αιτητής ήταν πρόσωπο που κατέφευγε στη βία και είχε βιαιοπραγήσει σε περιπτώσεις όπου θεώρησε ότι η παραπονούμενη του είχε αντιμιλήσει και όπου σε συζήτηση η παραπονούμενη είχε διαφωνήσει μαζί του και τώρα θα έπρεπε να εκτιμηθεί ποια θα ήταν η αντίδρασή του, εφόσον δεν συλλαμβάνετο και πληροφορείτο ότι η παραπονούμενη τον είχε καταγγείλει και διερευνάτο υπόθεση εναντίον του.
«Το κατώτερο Δικαστήριο δικαιολογείτο να θεωρήσει ευλόγως αναγκαία την έκδοση εντάλματος σύλληψης, ώστε να αποφευχθεί ο επηρεασμός μαρτύρων, αλλά και για παρεμπόδιση διαπράξεως αδικημάτων, παρόμοιας φύσης, από τον Αιτητή. Η Αίτηση απορρίπτεται», καταλήγει η απόφαση.
Πηγή: ΚΥΠΕ










