Home ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΚΥΠΡΟΣ Ακύρωση διατάγματος για εξαναγκαστική λήψη DNA από κρατούμενο στη Λεμεσό
Ακύρωση διατάγματος για εξαναγκαστική λήψη DNA από κρατούμενο στη Λεμεσό

Ακύρωση διατάγματος για εξαναγκαστική λήψη DNA από κρατούμενο στη Λεμεσό

Με απόφαση που αγγίζει τον πυρήνα της σχέσης ποινικής διερεύνησης και προστασίας των προσωπικών δεδομένων, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με το οποίο είχε διαταχθεί η εξαναγκαστική λήψη γενετικού υλικού (DNA) από ύποπτο ενώ τελούσε υπό αστυνομική κράτηση.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι το κατώτερο Δικαστήριο δεν άσκησε την απαιτούμενη δικανική κρίση υπό το φως του Ενωσιακού Δικαίου και των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, οδηγώντας στην έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου Certiorari.

Η υπόθεση ξεκίνησε μετά τη σύλληψη του αιτητή στις 26 Απριλίου 2025 ως υπόπτου για σειρά σοβαρών αδικημάτων, μεταξύ των οποίων παράνομη κατοχή και χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, κακόβουλη βλάβη, κλοπή, αμελείς πράξεις και αδικήματα τροχαίας φύσης.

Την επόμενη ημέρα εκδόθηκε νέο ένταλμα σύλληψης για αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διέταξε την κράτησή του, η οποία συνολικά διήρκεσε δεκατρείς ημέρες. Κατά τη διάρκεια της κράτησης, το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής ενημέρωσε την Αστυνομία ότι γενετικό υλικό που εντοπίστηκε σε τεκμήρια της υπό διερεύνηση υπόθεσης ταυτιζόταν με γενετικό υλικό του αιτητή, το οποίο βρισκόταν ήδη στη διάθεση των αρχών από προηγούμενη υπόθεση.

Παρά το γεγονός αυτό και μετά την άρνηση του αιτητή να συναινέσει στη λήψη νέου δείγματος DNA, η Αστυνομία προσέφυγε στο άρθρο 25 του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, με συνοπτική διατύπωση και παραπομπή αποκλειστικά στο περιεχόμενο ένορκης δήλωσης αστυνομικού, εξέδωσε στις 5 Μαΐου 2025 διάταγμα για τη λήψη γενετικού υλικού. Ο αιτητής, αφού παραπέμφθηκε λίγες ημέρες αργότερα σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, προσέφυγε στο Ανώτατο ζητώντας την ακύρωση του διατάγματος μέσω προνομιακού εντάλματος.

Η αίτηση βασίστηκε, μεταξύ άλλων, στο επιχείρημα ότι το άρθρο 25 του Ν.73(Ι)/2004, όπως εφαρμόστηκε, συγκρούεται με την Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της ποινικής δικαιοσύνης και ότι παραβιάστηκε η αρχή της αναγκαιότητας, δεδομένου ότι οι αρχές κατείχαν ήδη γενετικό υλικό του αιτητή. Στο μεταξύ, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, σε άλλες υποθέσεις, είχε κρίνει ότι το άρθρο 25 δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και ιδίως στο άρθρο 15. Υπό το φως αυτής της εξέλιξης, η πλευρά του αιτητή απέσυρε τον συνταγματικό ισχυρισμό, επιμένοντας ωστόσο στη σύγκρουση με το Ενωσιακό Δίκαιο.

Το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθύμισε ότι τα προνομιακά εντάλματα αποτελούν εξαιρετική δικαιοδοσία, ασκούμενη με φειδώ, και δεν αποσκοπούν στον έλεγχο της ουσιαστικής ορθότητας των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων αλλά στη νομιμότητα της άσκησης της δικαιοδοσίας τους. Εξέτασε, ωστόσο, κατά πόσο το κατώτερο Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις απαιτήσεις της Οδηγίας 2016/680, οι οποίες επιτρέπουν τη συλλογή και επεξεργασία βιομετρικών και γενετικών δεδομένων μόνο όταν αυτή είναι απολύτως αναγκαία, αναλογική και περιβαλλόμενη από επαρκείς διασφαλίσεις.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι το άρθρο 25 του Ν.73(Ι)/2004, μολονότι παρέχει ευρεία εξουσία λήψης γενετικού υλικού από κρατούμενα πρόσωπα, δεν καθορίζει από μόνο του τα κριτήρια αναγκαιότητας, τη σχέση του δείγματος με το διερευνώμενο αδίκημα ή τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η απλή επίκληση της κράτησης δεν αρκεί και ότι κάθε αίτημα πρέπει να εξετάζεται εξατομικευμένα υπό το πρίσμα των ευρωπαϊκών κανόνων.

Από τα πρακτικά της υπόθεσης προέκυψε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν κατέγραψε καμία ουσιαστική στάθμιση. Δεν προκύπτει να απασχολήθηκε από το ζήτημα της αναγκαιότητας της εκ νέου λήψης γενετικού υλικού, ιδίως όταν είχε ήδη γίνει ταυτοποίηση του αιτητή με τεκμήρια της υπόθεσης. Αντίθετα, περιορίστηκε σε απλή παραπομπή στην ένορκη δήλωση της Αστυνομίας, η οποία επίσης δεν περιείχε συγκεκριμένα στοιχεία που να δικαιολογούν την ανάγκη νέου δείγματος.

Το Ανώτατο απέρριψε και τον εκ των υστέρων ισχυρισμό της Αστυνομίας ότι το ήδη υπάρχον γενετικό υλικό μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο για σκοπούς ταυτοποίησης και όχι ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη υπόθεση, επισημαίνοντας ότι τέτοια θέση δεν είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου ούτε στηριζόταν σε σαφή νομική βάση ή δεσμευτική νομολογία.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κατέληξε ότι υπήρξε ελλιπής άσκηση δικανικής κρίσης και παράλειψη ελέγχου των προϋποθέσεων που επιβάλλει το Ενωσιακό Δίκαιο. Έκρινε, συνεπώς, ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε χωρίς τη δέουσα νομιμότητα και προχώρησε στην ακύρωσή του με την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari. Τα έξοδα της διαδικασίας, περιλαμβανομένης και της αρχικής αίτησης για παραχώρηση άδειας, επιδικάστηκαν υπέρ του αιτητή και σε βάρος της καθ’ ης η αίτηση πλευράς.

Send this to a friend