Εκδίδεται στη Γαλλία η Κύπρια που συνελήφθη για απάτη 700 εκατ. στη Λεμεσό
Το Εφετείο ανέτρεψε την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και άναψε το πράσινο φως, για την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εξέδωσαν οι γαλλικές αρχές σε υπόθεση εκτεταμένων διαδικτυακών απατών με κρυπτονομίσματα.
Η υπόθεση αφορά πολυεθνική εγκληματική δραστηριότητα με επίκεντρο ψευδείς επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα, οι οποίες, σύμφωνα με τα γαλλικά δικαστικά έγγραφα, οδήγησαν σε ξέπλυμα χρημάτων που προσεγγίζει συνολικά τα 700 εκατομμύρια δολάρια. Στο πλαίσιο αυτό, η εφεσίβλητη φέρεται να συνδέεται με τη διαχείριση λογαριασμού στην πλατφόρμα Binance μέσω της εταιρείας της εταιρείας της, από τον οποίο πέρασαν εκατοντάδες χιλιάδες USDT που συνδέονται άμεσα με τις απάτες, καθώς και επιπλέον εκατομμύρια που διακινήθηκαν προς άλλους εμπλεκόμενους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αρνηθεί την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, κρίνοντας ότι δεν ήταν ξεκάθαρος ο σκοπός της ζητούμενης παράδοσης, εστιάζοντας στη διατύπωση των γαλλικών αρχών ότι η παράδοση ζητείται ώστε η εκζητούμενη να ανακριθεί. Κατά την πρωτόδικη κρίση, η αναφορά αυτή δημιουργούσε αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η παράδοση αποσκοπούσε σε ποινική δίωξη ή απλώς σε διερευνητικές ενέργειες, στοιχείο που θεωρήθηκε ότι δεν πληρούσε τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις του νόμου.
Το Εφετείο, ωστόσο, υιοθέτησε εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Στην εκτενή απόφασή του υπογραμμίζει ότι ο σκοπός της διαδικασίας του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης δεν είναι η διερεύνηση της ενοχής ή αθωότητας, αλλά η διευκόλυνση της παράδοσης υπόπτων μεταξύ κρατών μελών χωρίς περίπλοκα και αχρείαστα εμπόδια. Υπενθυμίζει ότι η έννοια της «ποινικής δίωξης» ερμηνεύεται με βάση το δίκαιο της Ένωσης και την πάγια νομολογία και δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται μια υπόθεση σε κάθε εθνικό σύστημα.
Καθοριστικό για την κρίση του Εφετείου ήταν ότι τόσο από το ίδιο το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης όσο και από τα συμπληρωματικά στοιχεία των γαλλικών αρχών προκύπτει σαφώς ότι δεν υφίσταται καταδικαστική απόφαση και ότι η παράδοση ζητείται στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που οδηγεί σε άσκηση δίωξης. Η αναφορά σε ανάκριση, σύμφωνα με το Δικαστήριο, όχι μόνο δεν αναιρεί τον σκοπό αυτό, αλλά αποτελεί σύνηθες και αναγκαίο στάδιο τόσο σε συστήματα ηπειρωτικού όσο και αγγλοσαξονικού δικαίου, ακόμη και μετά την έναρξη της ποινικής δίωξης.
Το Εφετείο ασκεί έμμεση κριτική στο πρωτόδικο Δικαστήριο για υπέρβαση των ορίων ελέγχου που επιτρέπει το θεσμικό πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, επισημαίνοντας ότι δεν ήταν αρμόδιο να αξιολογήσει τις εσωτερικές δικονομικές ιδιαιτερότητες του γαλλικού συστήματος ή να απαιτήσει περαιτέρω αποδείξεις για το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η υπόθεση στη Γαλλία. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην εσφαλμένη επίκληση αγγλικής νομολογίας που βασίζεται σε διαφορετικό νομοθετικό πλαίσιο από αυτό που ισχύει στην Κύπρο.
Παράλληλα, απορρίπτεται η αντέφεση της εκζητούμενης, με την οποία υποστηρίχθηκε ότι υπήρξε κατάχρηση διαδικασίας από την Κεντρική Αρχή και παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Το Δικαστήριο κρίνει ότι τα διευκρινιστικά ερωτήματα προς τις γαλλικές αρχές ζητήθηκαν κατόπιν πρωτοβουλίας της ίδιας της υπεράσπισης και ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε πραγματική και δυσμενής επίδραση στα δικαιώματά της. Αντιθέτως, σημειώνει ότι η εκζητούμενη ωφελήθηκε από τις διευκρινίσεις, καθώς αυτές αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο αρχικά απέρριψε την εκτέλεση του εντάλματος.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στο γεγονός ότι τα αδικήματα που περιγράφονται στο ένταλμα –απάτη, συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και εγκλήματα συναφή με ηλεκτρονικούς υπολογιστές– εμπίπτουν στις κατηγορίες για τις οποίες δεν απαιτείται έλεγχος του διττού αξιοποίνου. Πρόκειται, σύμφωνα με το Δικαστήριο, για βαριά κακουργήματα που τιμωρούνται στη Γαλλία με ποινές φυλάκισης έως δέκα έτη, στοιχείο που καθιστά ακόμη πιο σαφή τη βαρύτητα της υπόθεσης.
Με την απόφασή του αυτή, το Εφετείο επαναβεβαιώνει τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα του θεσμού του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και στέλνει σαφές μήνυμα ότι οι εθνικές δικαστικές αρχές δεν θα πρέπει να παγιδεύονται σε υπερβολικό τυπικισμό ή σε λεπτομέρειες αλλοδαπών δικονομικών συστημάτων, όταν από το σύνολο των στοιχείων προκύπτει καθαρά ότι ζητείται η παράδοση προσώπου για σοβαρή ποινική υπόθεση με διασυνοριακές διαστάσεις.










