«Όχι» Ανωτάτου – Διέμενε παράνομα στην ΚΔ και όταν συνελήφθη, ζήτησε άσυλο
Το Δικαστήριο απέρριψε αίτηση έκδοσης προνομιακού εντάλματος habeas corpus που υπέβαλε υπήκοος Κονγκό, ο οποίος τελεί υπό κράτηση από τον Φεβρουάριο του 2025, κρίνοντας ότι η κράτησή του δεν έχει καταστεί παράνομη ούτε ως προς τη βάση της ούτε ως προς τη διάρκειά της.
Ο αιτητής, ο οποίος είχε εισέλθει παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των κατεχομένων και είχε υποβάλει αίτηση ασύλου το 2022, υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η κράτησή του από τις 12 Φεβρουαρίου 2025 είναι παράνομη, καθώς –όπως ισχυρίστηκε– οι αρμόδιες αρχές δεν προέβησαν σε επανεξέταση της κράτησής του, ούτε διερεύνησαν την αναγκαιότητά της ή την εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων. Αντίθετα, η Δημοκρατία υποστήριξε ότι η αίτηση ήταν καταχρηστική και ότι η κράτηση είναι νόμιμη, εύλογη, αναγκαία και αναλογική, στηριζόμενη σε ατομική αξιολόγηση και σε τακτική επαναξιολόγηση, όπως απαιτείται από τη νομοθεσία.
Από το ιστορικό της υπόθεσης προκύπτει ότι η αίτηση ασύλου του αιτητή αποσύρθηκε σιωπηρά τον Νοέμβριο του 2024, χωρίς να ακολουθήσει προσφυγή, με αποτέλεσμα να παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία. Τον Φεβρουάριο του 2025 εντοπίστηκε από την Αστυνομία στην Πάφο και συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής, καθώς δεν διέθετε ταξιδιωτικά έγγραφα, δεν δήλωσε σταθερή διεύθυνση διαμονής και δεν συνεργάστηκε για τον επαναπατρισμό του. Την επομένη εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης βάσει του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου.
Εν τω μεταξύ, ενώ τελούσε υπό κράτηση, υπέβαλε αίτηση επανανοίγματος του φακέλου ασύλου, η οποία έγινε δεκτή τον Μάρτιο του 2025. Στις 12 Μαΐου 2025 εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης, αυτή τη φορά βάσει του περί Προσφύγων Νόμου. Η μεταγενέστερη απόρριψη της αίτησης ασύλου οδήγησε στην καταχώριση προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία εκκρεμεί, ενώ η κράτηση του αιτητή επανεξετάστηκε επανειλημμένα τον Ιούλιο, Σεπτέμβριο και Νοέμβριο του 2025.
Το Δικαστήριο, παραπέμποντας σε πάγια νομολογία για το ένταλμα habeas corpus, υπενθύμισε ότι σκοπός του είναι η άμεση απελευθέρωση προσώπου μόνο εφόσον αποδειχθεί το παράνομο της κράτησης. Όπως τονίστηκε, το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο αιτητής δεν κρατείται πλέον βάσει του αρχικού διατάγματος του Φεβρουαρίου 2025, αλλά δυνάμει του νεότερου διατάγματος του Μαΐου 2025, το οποίο τεκμαίρεται νόμιμο μέχρι να ακυρωθεί στο πλαίσιο της σχετικής προσφυγής.
Εξετάζοντας ειδικά το ζήτημα της διάρκειας της κράτησης, το Δικαστήριο έκρινε ότι, αν και ο συνολικός χρόνος ανέρχεται σε περίπου δέκα μήνες, αυτός δεν υπερβαίνει τα όρια που θέτει η νομοθεσία και η ευρωπαϊκή Οδηγία για τις επιστροφές, υπό την προϋπόθεση ότι η διαδικασία απομάκρυνσης προωθείται με τη δέουσα επιμέλεια και ότι διενεργούνται τακτικές επανεξετάσεις. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπιστώθηκε ότι οι αρμόδιες αρχές προέβησαν σε τέτοιες επανεξετάσεις και κατέληξαν, κάθε φορά, ότι εξακολουθεί να υφίσταται κίνδυνος διαφυγής και ότι δεν υπάρχουν αποτελεσματικά εναλλακτικά μέτρα αντί της κράτησης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στη συμπεριφορά και την κατάσταση του αιτητή, ο οποίος δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενες αποφάσεις επιστροφής, δεν διαθέτει σταθερή διεύθυνση ή ταξιδιωτικά έγγραφα και έχει δηλώσει ότι δεν προτίθεται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του. Το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη ότι η εκκρεμής προσφυγή του αιτητή παρεμποδίζει, αντικειμενικά, την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιστροφής, χωρίς ωστόσο αυτό να μπορεί να αποδοθεί σε ολιγωρία ή αδράνεια των αρχών.
Με βάση το σύνολο των δεδομένων, το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν έχει αποδειχθεί πως η κράτηση του αιτητή έχει καταστεί παράνομη στο παρόν στάδιο. Ως εκ τούτου, η αίτηση για έκδοση εντάλματος habeas corpus απορρίφθηκε, χωρίς να εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.










