Home ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΚΥΠΡΟΣ Τηλεφωνικές παρακολουθήσεις:Τι αλλάζει με το νέο νόμο, η ΚΥΠ κι οι αντιδράσεις
Τηλεφωνικές παρακολουθήσεις:Τι αλλάζει με το νέο νόμο, η ΚΥΠ κι οι αντιδράσεις

Τηλεφωνικές παρακολουθήσεις:Τι αλλάζει με το νέο νόμο, η ΚΥΠ κι οι αντιδράσεις

Επανήλθε το ζήτημα των παρακολουθήσεων με αφορμή την ψήφιση του περιβόητου νομοσχεδίου από την ολομέλεια της περασμένης Παρασκευής (24/1).

Πρόκειται για το νόμο που τροποποιεί τους περί προστασίας του απορρήτου της ιδιωτικής επικοινωνίας (παρακολούθηση συνδιαλέξεων και πρόσβαση σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας) νόμους του 1996 και 2015.

Τα περί… ξεδοντιάσματος και προφυλάξεως

Δεν έφθασαν να συμπληρωθούν 24 ώρες από το «πράσινο φως» της Βουλής των Αντιπροσώπων και ο ίδιος ο Υπουργός Δικαιοσύνης έσπευσε με γραπτή ανακοίνωσή του να δηλώσει ότι οι δυο τροπολογίες της ΕΔΕΚ με τις οποίες εγκρίθηκε το νομοσχέδιο θέτουν σε κίνδυνο το νομοσχέδιο. Ένα νομοσχέδιο για το οποίο όπως τόνισε ο Υπουργός υπήρξαν επανειλημμένες εκκλήσεις προς τους βουλευτές προκειμένου να το περάσουν. Η επιτροπή Νομικών δε, έκανε τη μια συνεδρία μετά την άλλη μέχρι να καταλήξει στο τελικό κείμενο το οποίο ενέκρινε η ολομέλεια.

Λόγο για ξεδόντιασμα του νομοσχεδίου με την έγκριση των δυο τροπολογιών έκανε το κυβερνών κόμμα με ανακοίνωσή του τη Δευτέρα 27/1. Οι τροπολογίες που κατέθεσε και ψηφίστηκαν επί του νομοσχεδίου ο βουλευτής της ΕΔΕΚ Κωστής Ευσταθίου, στοχεύουν στον περιορισμό της καταχρηστικής επίκλησης λόγων προς επέμβαση στο δικαίωμα επικοινωνίας και την απαγόρευση της παρακολούθησης της επικοινωνίας δικηγόρου – πελάτη και ψηφίστηκαν 32 ψήφους υπέρ, 18 εναντίον.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης τη Δευτέρα (27/1) με το πέρας του Υπουργικού προέβη σε δηλώσεις και πάλι για το νομοσχέδιο και προέβη σε επεξηγήσεις των σημείων που προκαλούν προβλήματα κατά την Κυβέρνηση.

«Στα ήδη πολύ αυστηρά κριτήρια που έχουν μπει στον Νόμο αυτό, τα οποία προστατεύουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις ανησυχίες που είχαν εκφράσει τα Κόμματα, προστέθηκε η φράση ‘σοβαρός λόγος’ ως σωρευτική ανάγκη για να εκδοθεί το εκδοθεί το διάταγμα παρακολούθησης από το Δικαστήριο, πέραν από την ‘εύλογη υποψία’ που προέβλεπε το νομοσχέδιο. Με τον τρόπο αυτό, ο κάθε Δικαστής που θα κρίνει αυτές τις υποθέσεις, θα πρέπει να αποφασίζει ξεχωριστά για το τι είναι ‘εύλογη υποψία’ και στη συνέχεια, αν υπάρχει ‘σοβαρός λόγος’.»
«Τι προσθέτει o ‘σοβαρός λόγος’ δεν μπορώ να το αντιληφθώ αυτή τη στιγμή αλλά», ως επεσήμανε ο κ. Σαββίδης, «σίγουρα βάζει ένα ακόμη κριτήριο, το οποίο θα κάνει ακόμη πιο δύσκολή την απόφαση του Δικαστή, η οποία ενδεχομένως να πρέπει να ληφθεί και σε ώρες εκτός εργασίας, και δίδει ακόμη ένα όπλο, αν θέλετε, στον όποιο δικηγόρο αυτού ο οποίος μετά από διάταγμα θα βρεθεί ότι διέπραξε πολύ σοβαρό ποινικό αδίκημα, να μπορεί να αμφισβητήσει την κρίση του Δικαστή και να καταφέρει να ακυρωθεί όλη η μαρτυρία [και] να μην μπορεί να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο όλη η μαρτυρία.

Ενώ για την ‘εύλογη υποψία’ υπάρχει τεράστια νομολογία, γιατί είναι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται για τα εντάλματα σύλληψης κι αν για εντάλματα σύλληψης – εκεί δηλαδή που στερείται η ελευθερία του ατόμου από απόφαση Δικαστηρίου – είναι αρκετό η ‘εύλογη υποψία’, η προσωπική μου άποψη είναι ότι δεν χρειάζεται και δεν χρειαζόταν να προστεθεί, και δεν προσφέρει κάτι περισσότερο πέραν από το να δημιουργήσει προβλήματα μέχρι να καθιερωθεί νομολογιακά τι σημαίνει αυτός ο νέος όρος, ο ‘σοβαρός λόγος’, που δεν είναι νομικός όρος ο οποίος χρησιμοποιείται για να ξέρουμε πώς θα ερμηνευθεί από τα Δικαστήρια.»

Ως προς τη δεύτερη τροπολογία, ο κ. Σαββίδης ανέφερε πως «είναι, κατά την προσωπική μου άποψη, η τεράστια προέκταση ή επέκταση κάποιου εντελώς και σαφώς καθιερωμένου επαγγελματικού απορρήτου των δικηγόρων, το οποίο είναι απολύτως σεβαστό από όλους στην έκταση που καλύπτεται από τον περί Δικηγόρων Νόμο και τον περί Δικηγόρων Κανονισμών. Εκείνο είναι απόλυτα σεβαστό, δηλαδή δεν μπορεί να προσαχθεί στο Δικαστήριο μαρτυρία υπό οποιεσδήποτε συνθήκες αν η μαρτυρία αυτή είναι το αποτέλεσμα της συνομιλίας δικηγόρου με πελάτη πάνω στο αδίκημα για το οποίο παρακολουθείται ο πελάτης και κάνει μια εμπιστευτική συνομιλία με τον δικηγόρο του. «Αυτό να το ξεκαθαρίσω, είναι απόλυτα αποδεχτό από εμάς», συμπλήρωσε ο Υπουργός.

Αυτό που κάνει η τροπολογία που πέρασε συνέχισε ο κ.Σαββίδης, είναι ότι πέραν από το να λέει ότι δεν είναι αποδεχτό ως μαρτυρία, καθιστά παράνομη την παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων μεταξύ δικηγόρου και πελάτη. Αυτό δημιουργεί τεράστια προβλήματα. Κατ’ αρχήν, ο άνθρωπος που εξουσιοδοτημένα θα παρακολουθεί τις συνομιλίες, θα έχει διαπράξει αδίκημα τεχνικά μέχρι να αντιληφθεί ότι μιλά πελάτης με δικηγόρο. Άρα εκεί είναι το πρώτο πρόβλημα. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι, ενώ είναι απόλυτα σεβαστή η μη χρήση πληροφοριών που ενδεχομένως να αφορούν στο συγκεκριμένο αδίκημα από τον παρακολουθούμενο σε μια προσπάθεια να εξηγήσει στον δικηγόρο του τι γίνεται, αν από τη συνομιλία αυτή προκύπτουν άλλα αδικήματα, ή αδικήματα από άλλους ανθρώπους, ή ακόμα και αν ο δικηγόρος στην απίθανη εκείνη περίπτωση που ενδεχομένως να δίδει παράνομες νομικές συμβουλές στον πελάτη του, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί να πρέπει να καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο. Δηλαδή, γίνεται μια τεράστια επέκταση που βάζει σε ξεχωριστή μοίρα τους δικηγόρους, κάτι το οποίο κρίνω ότι δεν είναι απόλυτα σωστό και είναι ένα από τα σημεία που θέλω να συζητήσω με τον Γενικό Εισαγγελέα.»

Τι αλλάζει και τι ακριβώς προνοούν συγκεκριμένες τροποποιήσεις

Πιο κάτω, ακολουθεί μια επιλογή «επίμαχων» άρθρων τα οποία τροποποιούνται με το νέο νόμο.

Τι αλλάζει με το νέο άρθρο 6: (1) Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται, κατόπιν υποβολής γραπτού αιτήματος του Αρχηγού της Αστυνομίας ή του Διοικητή της ΚΥΠ ή οποιουδήποτε ανακριτή, να υποβάλει μονομερή (ex parte) αίτηση στο Δικαστήριο, ζητώντας έκδοση δικαστικού εντάλματος το οποίο να εξουσιοδοτεί ή να εγκρίνει ή να παρατείνει την παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8.

(2) Καμία αίτηση υπό ή εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα δεν μπορεί να υποβληθεί και καμία εξουσιοδότηση ή έγκριση δεν μπορεί να δοθεί από Δικαστή για παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, παρά μόνο στις περιπτώσεις που η παρακολούθηση της ιδιωτικής επικοινωνίας είναι αναγκαία-

(α) προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας· ή (β) προς την αποτροπή, διερεύνηση ή δίωξη αδικημάτων τα οποία περιλαμβάνονται στην υποπαράγραφο Β της παραγράφου 2 του Άρθρου 17 του Συντάγματος.».

Τα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα

Με την τροποποίηση του άρθρου 6 προστίθεται το εξής νέο άρθρο:

6Α. (1) Ο Αρχηγός της Αστυνομίας με τη σύμφωνη γνώμη του Υπαρχηγού της Αστυνομίας, καθώς και ο Διοικητής της ΚΥΠ, ανάλογα με την περίπτωση, εκδίδουν γραπτή εξουσιοδότηση για μέλη της υπηρεσίας τους ή πρόσωπα που εκτελούν καθήκοντα για την υπηρεσία τους με βάση την οποία τα μέλη ή τα πρόσωπα αυτά δύνανται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, να προβαίνουν σε παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας και/ή να αποκτούν πρόσβαση στο σύστημα παρακολουθήσεων για σκοπούς διεκπεραίωσης των τεχνικών εργασιών που απαιτούνται για την παρακολούθηση της ιδιωτικής επικοινωνίας.

(2) Η αναφερόμενη στο εδάφιο (1) γραπτή εξουσιοδότηση εκδίδεται για περίοδο δύο (2) ετών και δύναται να ανανεωθεί για δύο (2) περαιτέρω περιόδους των δύο (2) ετών:

Νοείται ότι η γραπτή εξουσιοδότηση δύναται να ανακληθεί από τον εκδότη της οποτεδήποτε αυτό κριθεί αναγκαίο:

Νοείται περαιτέρω ότι η γραπτή εξουσιοδότηση που εκδόθηκε από τον Αρχηγό της Αστυνομίας ανανεώνεται ή ανακαλείται με τη σύμφωνη γνώμη του Υπαρχηγού της Αστυνομίας.

(3) Ο Αρχηγός της Αστυνομίας και/ή ο Διοικητής της ΚΥΠ υποβάλλει κατάλογο με τα στοιχεία των προσώπων που έχουν εξουσιοδοτηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και στην Τριμελή Επιτροπή και ενημερώνουν άμεσα για τυχόν ανανέωση ή ανάκληση των εξουσιοδοτήσεων αυτών.

(4) Εξουσιοδοτημένο πρόσωπο που παραβιάζει τους όρους δικαστικού εντάλματος παρακολούθησης που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 8 είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.».

Η αίτηση και ποιος έχει δικαίωμα να συμμετέχει στην παρακολούθηση

(Τροποποίηση άρθρου 7)

7.-(1) Αίτηση για την έκδοση δικαστικού εντάλματος για εξουσιοδότηση ή έγκριση ή παράταση παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας υποβάλλεται εγγράφως, υπογράφεται υπό ή εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και συνοδεύεται από ένορκο δήλωση αρμόδιου δημόσιου λειτουργού η οποία

(α) σε περίπτωση που η εξουσιοδότηση ή έγκριση ή παράταση παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας είναι αναγκαία για την αποτροπή, διερεύνηση ή δίωξη αδικημάτων, περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες και στοιχεία:

(i) Την ιδιότητα του αρμόδιου δημόσιου λειτουργού·

(ii) πλήρη και εμπεριστατωμένη έκθεση γεγονότων και περιστατικών στα οποία βασίζεται ο αιτητής, για να 19 δικαιολογήσει την πεποίθησή του ότι το ζητούμενο δικαστικό ένταλμα πρέπει να εκδοθεί, η οποία περιλαμβάνει

(αα) λεπτομέρειες του αδικήματος το οποίο διαπράχθηκε, διαπράττεται ή αναμένεται να διαπραχθεί·

(ββ) γενική περιγραφή της φύσης και του τόπου, αν είναι γνωστά, απ’ όπου η ιδιωτική επικοινωνία ζητείται να παρακολουθηθεί·

(γγ) γενική περιγραφή του είδους της ιδιωτικής επικοινωνίας, καθώς και του τρόπου με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η παρακολούθηση·

(δδ) την ταυτότητα του προσώπου το οποίο διέπραξε ή διαπράττει το αδίκημα ή αναμένεται να το διαπράξει, αν είναι γνωστή, και του 20 οποίου η ιδιωτική επικοινωνία ζητείται να παρακολουθηθεί·

(εε) το όνομα, τη διεύθυνση και το επάγγελμα, αν είναι γνωστά, όλων των προσώπων των οποίων η παρακολούθηση της ιδιωτικής επικοινωνίας εύλογα πιστεύεται ότι μπορεί να βοηθήσει στη διερεύνηση του αδικήματος·

(στστ) πλήρη και εμπεριστατωμένη έκθεση σχετικά με το κατά πόσο έχουν δοκιμαστεί και άλλες συνήθεις ανακριτικές ή διερευνητικές διαδικασίες και απέτυχαν ή φαίνεται λογικό ότι δεν αναμένεται να πετύχουν, αν δοκιμαστούν, ή είναι επικίνδυνες για την πρόσφορη 21 διερεύνηση του αδικήματος ή το επείγον της περίπτωσης είναι τέτοιο, ώστε δεν ήταν πρακτικό να διεκπεραιωθούν οι έρευνες ή οι ανακρίσεις για το αδίκημα με τη χρήση άλλων διαδικασιών·

(iii) την υπολογιζόμενη χρονική διάρκεια της παρακολούθησης και, αν δικαιολογείται από τη φύση της έρευνας για το αδίκημα ο μη αυτόματος τερματισμός της παρακολούθησης με τη λήψη του περιγραφόμενου είδους της ιδιωτικής επικοινωνίας, πλήρη περιγραφή των γεγονότων τα οποία στηρίζουν εύλογη υποψία ή πεποίθηση ότι μπορεί να ακολουθήσουν και επιπρόσθετες ιδιωτικές επικοινωνίες του ίδιου είδους·

(iv) πλήρη και εμπεριστατωμένη έκθεση των γεγονότων που αφορούν όλες τις προηγούμενες γνωστές αιτήσεις, οι οποίες 22 καταχωρίσθηκαν στο Δικαστήριο για εξουσιοδότηση ή παράταση παρακολουθήσεων, στις οποίες εμπλέκονται οποιαδήποτε πρόσωπα που αναφέρονται και στην παρούσα αίτηση που συμπεριλαμβάνει και την απόφαση του αρμόδιου Δικαστή σε καθεμιά από αυτές· και

(v) έκθεση στην οποία παρατίθενται τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα από την παρακολούθηση ή λογική εξήγηση για την αποτυχία λήψης τέτοιων αποτελεσμάτων, όταν η αίτηση αφορά παράταση της ισχύος δικαστικού εντάλματος·

(β) σε περίπτωση που η εξουσιοδότηση ή έγκριση ή παράταση παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας είναι αναγκαία προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας, περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες και στοιχεία:

(i) Την ιδιότητα του αρμόδιου δημόσιου λειτουργού·

(ii) πλήρη και εμπεριστατωμένη έκθεση γεγονότων και περιστατικών στα οποία βασίζεται ο αιτητής, για να δικαιολογήσει την πεποίθησή του ότι το αιτούμενο δικαστικό ένταλμα πρέπει να εκδοθεί·

(iii) γενική περιγραφή του είδους της ιδιωτικής επικοινωνίας, καθώς και του τρόπου με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η παρακολούθηση·

(iv) την υπολογιζόμενη χρονική διάρκεια της παρακολούθησης και, αν δικαιολογείται από τη φύση της έρευνας ο μη αυτόματος τερματισμός της παρακολούθησης με τη λήψη του περιγραφόμενου είδους της ιδιωτικής επικοινωνίας, πλήρη περιγραφή των γεγονότων τα οποία στηρίζουν εύλογη υποψία ή πεποίθηση ότι μπορεί να ακολουθήσουν και επιπρόσθετες ιδιωτικές επικοινωνίες του ίδιου είδους·

(v) έκθεση στην οποία παρατίθενται τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα από την παρακολούθηση ή λογική εξήγηση για την αποτυχία λήψης τέτοιων αποτελεσμάτων, όταν η αίτηση αφορά παράταση της ισχύος δικαστικού εντάλματος: Νοείται ότι ο Δικαστής δύναται να ζητήσει από τον αιτητή την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών ή στοιχείων ή μαρτυρίας για υποστήριξη της αίτησης με τη μορφή συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ή ενόρκου μαρτυρικής καταθέσεως ή άλλως πως.»

Ο ρόλος της τριμελούς Επιτροπής

Διασφάλιση του απορρήτου της επικοινωνίας Τριμελής Επιτροπή

17Α.-(1) Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου αξιολογείται από την Τριμελή Επιτροπή, η οποία ελέγχει, μεταξύ άλλων, και την τήρηση των όρων και της διαδικασίας άρσης του απορρήτου προς εκτέλεση δικαστικού εντάλματος παρακολούθησης το οποίο εκδίδεται δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(2) Χωρίς επηρεασμό των εξουσιών ελέγχου του Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η Τριμελής Επιτροπή για την εκπλήρωση της καθοριζόμενης στο εδάφιο

(1) αποστολής της, επιπρόσθετα με τα καθοριζόμενα στο άρθρο 6 του περί της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ) Νόμου, δύναται να

(α) διενεργεί αυτεπάγγελτα ή κατόπιν καταγγελίας τακτικούς και έκτακτους ελέγχους σε εγκαταστάσεις, τεχνικό εξοπλισμό, αρχεία, δεδομένα και έγγραφα της ΚΥΠ και της Αστυνομίας

(β) λαμβάνει πληροφορίες σχετικές με την απορρέουσα εκ του εδαφίου (1) αποστολή της από την Αστυνομία, την ΚΥΠ, τους παροχείς υπηρεσιών, άλλες δημόσιες υπηρεσίες, υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα και ιδιωτικές επιχειρήσεις που ασχολούνται με υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή άλλες υπηρεσίες που σχετίζονται με την επικοινωνία

(γ) καλεί σε ακρόαση οποιοδήποτε πρόσωπο, υπάλληλο ή εκπρόσωπο υπηρεσιών που αναφέρονται στην 34 παράγραφο (β) και κάθε άλλο πρόσωπο το οποίο κρίνει ότι μπορεί να συμβάλει στην εκπλήρωση της αποστολής της: Νοείται ότι, σε περίπτωση που η Τριμελής Επιτροπή κρίνει ότι υπάρχει ενδεχόμενο παραβίασης των διατάξεων του παρόντος Νόμου η οποία συνιστά ποινικό αδίκημα ή οποιασδήποτε άλλης παραβίασης των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου συναφούς με το δικαίωμα επικοινωνίας, ενημερώνει, ανάλογα με την περίπτωση, τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή τον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ή τον Επίτροπο για την εκτέλεση των εξουσιών τους που απορρέουν από το Σύνταγμα και τους νόμους.

Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (2) ο Αρχηγός Αστυνομίας ενημερώνει τον επικεφαλής της Τριμελούς Επιτροπής, με τακτικές τριμηνιαίες εκθέσεις, για κάθε περίπτωση δικαστικού εντάλματος το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 8 και το οποίο αφορά παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας 35 που είναι αναγκαία προς την αποτροπή, διερεύνηση ή δίωξη αδικημάτων.

(β) Η Τριμελής Επιτροπή, επιπροσθέτως της προβλεπόμενης στο εδάφιο (6) ετήσιας έκθεσης, συντάσσει και υποβάλλει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ετήσια ειδική έκθεση στην οποία αναφέρονται τα στοιχεία που προκύπτουν από τις υποβαλλόμενες σε αυτήν δυνάμει της παραγράφου (α) τριμηνιαίες εκθέσεις.

(4) Η Τριμελής Επιτροπή για την εκτέλεση της καθοριζόμενης στο εδάφιο (1) αποστολής της συντάσσει εσωτερικούς κανονισμούς, αφού διαβουλευθεί με τον Αρχηγό της Αστυνομίας και τον Διοικητή της ΚΥΠ.

(5) Η Τριμελής Επιτροπή τηρεί αρχείο εξουσιοδοτημένων προσώπων τα οποία ορίζονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6Α.

(6) Η Τριμελής Επιτροπή συντάσσει ετήσια έκθεση στην οποία περιγράφει το έργο της, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, διατυπώνει παρατηρήσεις και συστάσεις, επισημαίνει παραλείψεις και προτείνει τυχόν ενδεικνυόμενες νομοθετικές 36 τροποποιήσεις στον τομέα της διασφάλισης του απορρήτου της επικοινωνίας.

(7) Η έκθεση που συντάσσεται σύμφωνα με το εδάφιο (6) υποβάλλεται στον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και κοινοποιείται στον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, στον Αρχηγό της Αστυνομίας και στον Διοικητή της ΚΥΠ.».


Send this to a friend